της Mehrezia LABIDI-MAIZA, Μέλος της ομάδας “Βίβλος και Κοράνιο” της κίνησης “Group d’ Orsay” (Παρίσι)
Η αντίδραση των γυναικών απέναντι στον φονταμενταλισμό και τη βία (η περίπτωση του Ισλάμ)
Σάββατο 24 Μαΐου 2003
Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός συνδέεται εδώ και χρόνια, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη ένταση, με την καταπίεση των γυναικών. Μπορεί κανείς όμως να διαπιστώσει, ότι όλο και πιο πολλές μουσουλμάνες γυναίκες φαίνονται να επιστρέφουν στην μουσουλμανική θρησκεία, ακόμα κι αν αυτή η επιστροφή κρίνεται να είναι κοντά στο φονταμενταλιστικό ρεύμα.
Για τους Μουσουλμάνους η έννοια “φονταμενταλισμός” δεν παραπέμπει στο ίδιο σημείο αναφοράς, όπως για τους Δυτικούς. Το να είναι κανείς φονταμενταλιστής σημαίνει στην κλασσική αραβική γλώσσα, να είναι ειδικός στην επιστήμη των βάσεων του θρησκευτικού δικαίου. Άλλωστε, αυτοί οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως “φονταμενταλιστές”, παρουσιάζονται και ως ανακαινιστές της θρησκείας.
Κηρύττουν την επιστροφή στις πηγές του Ισλάμ, δηλαδή το Κοράνιο και την παράδοση του Προφήτη Μωάμεθ. Λένε ότι επιστρέφουν σε μια χρυσή εποχή (μυστικισμού), για να αντλήσουν κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες θα τους επιτρέψουν να υπερβούν τις δυσκολίες του παρόντος.
Σ’ αυτή την αναζήτηση, οι Μουσουλμάνοι εφοδιάζονται με το Ιερό Βιβλίο, το Κοράνιο, με δεκάδες συλλογές από αποφθέγματα του Προφήτη και με μια θεολογική κληρονομιά που επεκτείνεται σε 15 αιώνες. Οι Μουσουλμάνοι νοιώθουν απογοητευμένοι γιατί ζουν κάτω από μια πολιτική, οικονομική και πολιτιστική κυριαρχία της Δύσης. Αυτή η κυριαρχία, οξύνεται με την παγκοσμιοποίηση, της οποίας οι εμπνευστές είναι πάλι οι Δυτικοί! Υπάρχει λοιπόν μια απογοήτευση στους Μουσουλμάνους, γιατί δεν είναι “δραστήριοι” στην οικοδόμηση του σύγχρονου κόσμου, ενώ παραμένουν αποκλειστικοί “καταναλωτές” του. Μια από τις πιο απλές, αλλά και τις πιο εύκολες εξηγήσεις, είναι να πει κανείς ότι βρισκόμαστε εδώ, γιατί δεν εφαρμόζουμε τις αρχές και τις εντολές του Βιβλίου μας, το οποίο ήταν η δόξα των προγόνων μας!
Για να εφαρμόσει όμως κανείς το Κοράνιο πρέπει να το ερμηνεύσει και να τροποποιήσει τα κείμενά του κάτω από το φως της καθημερινότητας, να τα συνδέσει με αυτήν και μερικές φορές να τα επιβάλει. Εν συντομία, οι θρησκευτικοί νόμοι, σε πολλούς τομείς και προπαντός σε αυτούς που αφορούν τη θέση της γυναίκας, απόκτησαν τα τοπικά χρώματα των κοινωνιών στις οποίες εμφυτεύτηκαν. Συνεπώς ποίκιλαν ως προς το μέτρο της αυστηρότητας. Οι ανακαινιστές Μουσουλμάνοι, που συχνά χαρακτηρίζονται ως φονταμενταλιστές, κρίνουν ότι οι τροποποιήσεις και οι ερμηνείες του κειμένου αποτελούν έναν “εκφυλισμό” του νοήματος και της καθαρότητάς του. Προτείνουν λοιπόν μια μελέτη “απαλλαγμένη” από το βάρος της ιστορίας! Επανεξετάζουν έννοιες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η ελευθερία της συνείδησης, η ταυτότητα, η σχέση μεταξύ νεωτερικότητας και θρησκείας. Όμως η μεγάλη ξεχασμένη στη “μεταρρύθμιση” αυτή είναι η γυναίκα. Στην καλύτερη περίπτωση, υπενθυμίζουν ότι το Ισλάμ ήρθε για να απελευθερώσει τις γυναίκες κι όχι να τις υποδουλώσει, ότι τους παρέχει την πνευματική και νομική ισότητα με τους άνδρες, αλλά στην πραγματικότητα κρατούν και επιβεβαιώνουν τις παραδόσεις, οι οποίες εγκλωβίζουν την γυναίκα στο ρόλο της ως συζύγου και μητέρας και δεν ανέχονται την παρουσία της στην κοινωνική ζωή, παρά μόνο κάτω από καταπιεστικούς περιορισμούς. Στις χειρότερες περιπτώσεις η μεταρρύθμισή τους δεν είναι παρά μια αυστηρή και απόλυτη εφαρμογή ενός “κοινωνικού κώδικα” περισσότερου παραδοσιακού παρά ισλαμικού, του οποίου τα πρώτα θύματα είναι οι γυναίκες.
Απέναντι στην άνοδο αυτού του κινήματος επιστροφής στο Ισλάμ, οι μουσουλμάνες γυναίκες αντέδρασαν είτε με την υποταγή σ’ αυτό το όραμα μένοντας έτσι καταναλώτριες της θρησκευτικής συζήτησης, είτε αντιστεκόμενες στο προτεινόμενο σχέδιο των “φονταμενταλιστών” και αρνούμενες τη θρησκεία. Αυτή είναι η στάση του μαχητικού φεμινισμού απέναντι στην μουσουλμανική θρησκεία. Το ρίσκο αυτής της επιλογής είναι από τη μία η διολίσθηση σε μια σχέση σύγκρουσης με ένα μέρος της κοινωνίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει στο χάσμα μεταξύ των γυναικών και των κοινωνιών τους που δεν τους επιτρέπει να βοηθήσουν τις άλλες γυναίκες, οι οποίες τις έχουν ανάγκη. Η περίπτωση της Taslima Nasreen είναι πολύ χαρακτηριστική. Ο αγώνας της ως γυναίκας και ιατρού ενάντια στους βασανισμούς, που επιβάλλονται στις συζύγους, στις κόρες και στις γυναίκες στο Μπανγκλαντές είναι ουσιαστικός και άξιος θαυμασμού. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, επιτέθηκε στην μουσουλμανική θρησκεία (από άγνοια των σχετικών κειμένων) κατηγορώντας την ως πηγή του κακού, με αποτέλεσμα την κινητοποίηση εναντίον της. Προς στιγμή ζει στο εξωτερικό, συνεχίζει να γράφει, αλλά δεν γνωρίζω αν είναι χρήσιμη στις γυναίκες της χώρας της, τις οποίες ήθελε να υπερασπιστεί.
Η τρίτη αντίδραση είναι αυτή των μουσουλμάνων γυναικών, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες από το Ισλάμ και διακηρύττουν ότι είναι πιστές. Όμως διεκδικούν το δικαίωμά τους να δραστηριοποιούνται στη διαδικασία επιστροφής στη θρησκεία, να συμμετέχουν στο προβληματισμό γύρω από τα κείμενα, τις εφαρμογές τους, τις ερμηνείες τους, δηλαδή να συμβάλουν στη θεολογική “προσπάθεια”. Αναζητούν τα επιχειρήματα, τα οποία επιβεβαιώνουν τα δικαιώματά τους ως ατόμων, με ελεύθερη επιλογή της θρησκευτικότητας και της ζωής τους, απελευθερωμένες από την κηδεμονία των ανδρών στον κοινωνικό, οικονομικό και ακόμα και πολιτικό τομέα. Επιχειρούν μια γυναικεία, ή ακόμα και φεμινιστική, μελέτη του Κορανίου και των αποφθεγμάτων του Προφήτη.
Η Riffat Hassan μελέτησε ξανά τους στίχους του Κορανίου, οι οποίοι αναφέρονται στην Δημιουργία, αναδεικνύοντας την ισότητα Αδάμ και Εύας. Αν ο άνδρας και η γυναίκα δημιουργήθηκαν ίσοι από το Θεό, Τον Οποίον θεωρούμε ως τον έσχατο αξιολογητή, δεν μπορούν να γίνουν άνισοι σε έναν δεύτερο χρόνο.
Η Amina Wadud έκανε μια γλωσσολογική μελέτη του Κορανίου εστιάζοντας την προσοχή της στη χρήση του θηλυκού. Τα συμπεράσματά της έχουν ενδιαφέρον, κυρίως αναφορικά με την ίση ευθύνη ανδρός και γυναικός “για την επιστασία επί της γης”, η οποία τους έχει εμπιστευθεί, και στους δύο, από τον Θεό.
Η Mahbouba Merchaoui αποδεικνύει ότι η γυναίκα περιθωριοποιήθηκε από του Μουσουλμάνους θεολόγους και ξεχάστηκε από του φιλοσόφους. Το καταγγέλλει ως μια “συμβολική πράξη βίας”, η οποία διαπράχθηκε στις γυναίκες και η οποία οδήγησε μετέπειτα στην καθιέρωση μιας αντίληψης για τις μουσουλμάνες γυναίκες ως “αιώνιες ανήλικες”.
Η Shayma Al-Sarraf δείχνει ότι οι σύγχρονοι μουσουλμάνοι θεολόγοι διαπραγματεύονται τα θέματα που αφορούν στις γυναίκες όχι ως θεολόγοι, αλλά ως κήρυκες και ηθικολόγοι. Τους υπενθυμίζει, ότι αν πρέπει κανείς να ηθικολογεί, πρέπει να το εφαρμόσει και στους άνδρες και στις γυναίκες.
Από την άλλη συναντά ένα άλλο κίνημα κοινωνιολόγων γυναικών, τις Fatima Mernissi, Azza Karam, Fadwa Guindi, κ.ά., οι οποίες αναλύουν την κοινωνική πραγματικότητα των μουσουλμάνων γυναικών, φανερώνουν τις αδικίες που εκείνες υπέφεραν και δείχνουν τις οδούς της προόδου, χρησιμοποιώντας τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά αντλώντας επίσης από τις ισλαμικές πηγές.
Χρειάζεται να γίνει ακόμα μεγάλη προσπάθεια, μέχρι την ημέρα, που οι μουσουλμάνες γυναίκες θα μπορέσουν να αναλάβουν την έκφραση της θρησκευτικότητάς τους, ως μια επιλογή ελεύθερη και αυθεντική, η οποία δεν θα αντιβαίνει τη χειραφέτησή τους. Το σημαντικό είναι ότι ο δρόμος έχει ήδη ανοίξει.
Βιογραφικό της Mehrezia LABIDI-MAIZA
Η κ. Mehrezia Labidi Maiza είναι 39 ετών, γαλλίδα τυνησιακής καταγωγής, μεταφράστρια (αραβικά, γαλλικά, αγγλικά), ειδικευμένη στη μετάφραση οικονομικών, νομικών και βιβλίων για το Ισλάμ και συγγραφέας βιβλίου για τη θρησκευτική κριτική στη βία. Είναι μέλος της ομάδας “Βίβλος και Κοράνιο” της κίνησης “Group d’ Orsay” και της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας των Θρησκειών για την Ειρήνη.



