Περισσοτερα

    Βαπτισματική Θεολογία και Βασίλειον ιεράτευμα: Η Ιερωσύνη των Λαϊκών»

    P. Meyendorff, Κοσμήτωρ Ορθοδόξου Θεολογικού Σεμιναρίου Αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης (Η.Π.Α.)

     

    Σάββατο 19 Μαρτίου 2005

     

    «Εσείς όμως είστε η εκλεκτή γενιά, το βασιλικό ιερατείο, το άγιο έθνος, ο λαός τον οποίο διάλεξε ο θεός, ώστε να διακηρύξετε τα μεγαλεία εκείνου που σας οδήγησε από το σκοτάδι στο θαυμαστό του φως» (1 Πέτρ. 2, 9).

    Μ’ αυτές τις λέξεις, ο συγγραφέας της επιστολής επιδιώκει να εμψυχώσει τους χριστιανούς της Μ. Ασίας, καθώς βρίσκονται αντιμέτωποι με τους διωγμούς. Μιμούνται τον θεό, μέσω του πόνου και της θλίψης τους. Παρομοίως πράττουν και με την κήρυξη του Ευαγγελίου στον κόσμο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμμετέχουν επίσης στο ιερατικό λειτούργημα του ίδιου του Χριστού.

    Στις μέρες μας, εν τούτοις, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί λησμόνησαν την ιδέα ότι ο λαός του θεού είναι βασίλειον ιεράτευμα. Όταν φέρνουμε στο νου μας την έννοια της ιερωσύνης, σκεφτόμαστε αμέσως το χειροτονημένο ιερατείο, επισκόπους και ιερείς.

     Αντίθετα στην Κ.Δ., ο όρος ιερεύς δεν χρησιμοποιείται ποτέ για το χειροτονημένο ιερατείο, αλλά είτε για τον Χριστό, που είναι ο μέγας αρχιερεύς, είτε για κάθε βαπτισμένο πιστό: «Ελάτε και σεις να χρησιμοποιηθείτε σαν ζωντανά λιθάρια στο κτίσιμο του πνευματικού ναού, στον οποίον θα υπηρετείτε ως ιερατείο άγιο, προσφέροντας θυσίες πνευματικές, ευπρόσδεκτες στο θεό δια του Ι. Χριστού» (1 Πέτρ. 2, 5).

    Μόνον μεταγενέστερα η έννοια της ιερωσύνης συσχετίσθηκε με τα χειροτονημένα λειτουργήματα. Μ’ αυτή την εξέλιξη, ωστόσο, η ιερωσύνη των λαϊκών παραμελήθηκε, για να μην πούμε ότι λησμονήθηκε εντελώς. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι δια του Βαπτίσματος, δηλ. δια της ενσωματώσεώς μας στο Σώμα Χριστού, γινόμαστε μέτοχοι επίσης και του ιερατικού λειτουργήματός του.

    Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να εξετάσουμε τις συνέπειες της κοινής ιερωσύνης μας. Αυτό θα γίνει σε τρεις φάσεις. Κατ’ αρχάς, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την έννοια της ιερωσύνης. Δεύτερον, θα δούμε πώς αυτή η ιερωσύνη όλων των πιστών εκφράζεται στη λειτουργία. Τρίτον θα ερευνήσουμε τις συνέπειες αυτού για τη ζωή μας ως χριστιανών σήμερα.

    Στην ειδωλολατρική αρχαιότητα, οι ιερείς θεωρούνταν οι ενδιάμεσοι μεταξύ θεών και ανθρώπων. Ο κύριος σκοπός τους ήταν να προσφέρουν θυσίες στους θεούς, εκ μέρους των ανθρώπων. Έτσι τυπικά εκπλήρωναν τα καθήκοντά τους μέσα σε ναούς, που θεωρούνταν τα κατοικητήρια των θεών. Οι θυσίες που πρόσφεραν στους θεούς απέβλεπαν αφ’ ενός στο να τους εξευμενίσουν, αφ’ ετέρου να αποσπάσουν την εύνοιά τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ερμηνεύτηκαν τα θεία λόγια, δηλ. ως αποκάλυψη του θείου θελήματος στους ανθρώπους.

    Στην Π.Δ., η ιερωσύνη πραγματωνόταν με διάφορους τρόπους. Στην πρώιμη περίοδο της ισραηλιτικής Ιστορίας, οι πατριάρχες εκπλήρωναν αυτό το ρόλο. Αργότερα, η ιερωσύνη πέρασε στη φυλή του Λεβί (κι έτσι αναφέρεται ως λεβιτική ιερωσύνη) και το λειτούργημα έγινε επάγγελμα. Οι βασιλείς, επίσης, ασκούσαν ιερατικά καθήκοντα, όπως ο πολεμιστής-βασιλιάς Μελχισεδέκ, που αναφέρεται στους ψαλμούς ως μεσσιανικό πρόσωπο: «Συ ει ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ». Όχι αναπάντεχα, αυτό το πρότυπο ιερωσύνης εφαρμόζεται, στην Κ.Δ., στο πρόσωπο του Χριστού, ειδικά στην Προς Εβραίους επιστολή.

    Ο Χριστός με την εξύψωσή του γίνεται ο μέγας αρχιερεύς. Η τελετή της θείας περιβολής του παραπέμπει στο λόγιο του Ψαλμού 110: «Έτσι και ο Χριστός δεν τίμησε ο ίδιος τον εαυτόν του με το αξίωμα του αρχιερέα, αλλά του το έδωσε εκείνος που του είπε: Εσύ είσαι ο υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα». Σ’ άλλο σημείο η Γραφή λέει: «Εσύ είσαι ιερέας για πάντα, όπως ο Μελχισεδέκ» (Εβρ. 5, 5-6).

    Ο Ιησούς είναι ο αρχιερέας που εισέρχεται στα άγια των αγίων άπαξ δια παντός, δια του αίματός του: «Τέτοιος, λοιπόν, αρχιερέας μας χρειαζόταν. άγιος, άκακος, αψεγάδιαστος, χωρίς καμιά σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, ο οποίος ανέβηκε πάνω από τα ουράνια. Αυτός δεν έχει ανάγκη όπως οι άλλοι αρχιερείς να προσφέρει καθημερινά θυσίες, πρώτα για τις δικές του αμαρτίες κι ύστερα για τις αμαρτίες του λαού. Αυτό το έκανε μια για πάντα, προσφέροντας τον ίδιο τον εαυτό του» (Εβρ. 7, 26-27).

    Έτσι, η ιερωσύνη του Ιησού διαφέρει από όλους τους τύπους ιερωσύνης, ιουδαϊκούς και εθνικούς, που προηγήθηκαν.

    «Ο Χριστός μπήκε μια για πάντα στα άγια των αγίων, για να προσφέρει αίμα όχι ταύρων και μοσχαριών, αλλά το δικό του αίμα. κι έτσι μας εξασφάλισε την αιώνια σωτηρία. Το αίμα των ταύρων και των τράγων, και το ράντισμα με τη στάχτη του δαμαλιού εξαγνίζουν τους θρησκευτικά ακάθαρτους, καθαρίζοντάς τους εξωτερικά. Πόσον μάλλον το αίμα του Χριστού! Αυτός, έχοντας το Πνεύμα του θεού, πρόσφερε τον εαυτόν του άψογη θυσία στον θεό, κι έτσι θα καθαρίσει τη συνείδησή μας από τα έργα που οδηγούν στο θάνατο, για να μπορούμε να λατρεύουμε τον αληθινό θεό» (Εβρ. 9, 12-14).

    Ως αρχιερέας, ο Χριστός ολοκληρώνει το σύστημα θυσιών της Π.Δ. με τη δική του θυσία για τις αμαρτίες των ανθρώπων (Γιομ Κιππούρ). Ο Συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής επαναλαμβάνει επίσης τη βασική αρχή της Π.Δ. ότι «χωρίς την έκχυση αίματος, δεν υπάρχει άφεση αμαρτιών».

    Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κληρονομική ιερωσύνη της Π.Δ. φτάνει στο τέλος της, και μια καινούργια ιερωσύνη κάνει την εμφάνισή της, άμεσα συνδεδεμένη από τον θεό, κατά την τάξη Μελχισεδέκ. Η παλαιοδιαθηκική ιερωσύνη πληρώνεται στο πρόσωπο του Χριστού, που προσφέρει τον εαυτόν του «άπαξ δια παντός». Και έτσι οι αιματηρές θυσίες της Π.Δ. καταργούνται, καθώς αντικαθίστανται από μια καινούργια «αναίμακτη, λογική» λατρεία, όπως ακούμε κάθε φορά που τελούμε τη θ. Ευχαριστία: «προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν» (Αναφορά στη Λειτουργία του αγ. Ιω. Χρυσοστόμου).

    Η ιερωσύνη, όπως είδαμε πιο πάνω, ανήκει, κατ’ αρχάς στον Χριστό, που είναι ο αρχιερέας, και δευτερευόντως σε όλους τους βαπτισμένους πιστούς, το βασίλειον ιεράτευμα. Αντίθετα, στο πλαίσιο της λειτουργικής ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η ιερωσύνη ταυτίζεται τυπικά με το χειροτονημένο ιερατείο, ιδιαίτερα τους επισκόπους και ιερείς, που έχουν την εξουσία να προΐστανται της ευχαριστιακής λειτουργίας, των άλλων μυστηρίων και τελετών. Χάρη της τάξεως, είναι αναγκαίο κάποιος να προεξάρχει. Η λειτουργία των χειροτονημένων τάξεων (επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι, κλπ) είναι αναγκαία για να διατηρηθεί η τάξη. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω», λέει ο Παύλος στους Κορινθίους. Και έτσι, ευθύς εξ αρχής, η Εκκλησία έπρεπε να αναπτύξει μια ποικιλία χαρισμάτων-λειτουργημάτων, το δε κύριο καθήκον του επισκόπου και ενδεχομένως των πρεσβυτέρων ήταν να προΐστανται της ευχαριστιακής συνάξεως. Ένας από τους αρχαιότερους τίτλους του επισκόπου είναι πράγματι «προϊστάμενος», δηλ. αυτός που προΐσταται.

    Να προΐσταται κανείς της λειτουργίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να ασκεί ιερατικό λειτούργημα. Αν έχουμε κατά νουν ότι η πρώτιστη λειτουργία του ιερέα είναι να προσφέρει θυσίες και να υπηρετεί ως μεσίτης θεού και ανθρώπων, γίνεται σαφές ότι στη λειτουργία αυτή η δραστηριότητα πραγματοποιείται όχι από τον επίσκοπο ή τον πρεσβύτερο μόνον, αλλά από τον Ιησού Χριστό, τον μέγα αρχιερέα που πρόσφερε τον εαυτό του άπαξ δια παντός, ή από το σύνολο της κοινότητος, που είναι το συλλογικό Σώμα Χριστού. Τούτο καθίσταται σαφές όταν μελετούμε τα λειτουργικά κείμενα.

    Κατ’ αρχάς, οι λειτουργικές προσευχές είναι σταθερά διατυπωμένες σε πληθυντικό αριθμό, πράγμα που αποδεικνύει ότι η προσευχή ανήκει σε όλη την κοινότητα. Προσευχές που χρησιμοποιούν πρώτο ενικό αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες στις διάφορες τελετές, τυπικά προϊόντα ατομικής ευσέβειας. «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν», λέει η εκφώνηση του στην αρχή της λειτουργίας. Στη συνέχεια, αναπέμπει μια σειρά από αιτήσεις, όλες απευθυνόμενες στο σύνολο της κοινότητος, ζητώντας από όλα τα μέλη της, να προσευχηθούν για διάφορους λόγους. Έτσι, στην πιο κοινότυπη μορφή της λειτουργικής προσευχής, σύνολη η κοινότητα εκτελεί τα ιερατικά της καθήκοντα, αναπέμποντας προσευχές και δεήσεις για όλο τον κόσμο.

    Ο τρόπος με τον οποίο, ωστόσο, τελείται η λειτουργία, συχνά αποκρύβει αυτά τα ουσιαστικά στοιχεία. Τούτο φαίνεται ιδιαίτερα με την αναφορά στην ευχαριστιακή λειτουργία. Στο μεγαλύτερο μέρος του ορθόδοξου κόσμου, η ευχή της αναφοράς εκφωνείται σιωπηρώς, διακοπτόμενη και επικαλυπτόμενη από την σχετική ψαλμωδία. Συχνά, η αναφορά θεωρείται «ιδιωτική προσευχή», ή αναγινώσκεται σε μια ακατανόητη γλώσσα. Ευτυχώς, χάρη κατά κύριο λόγο στα γραπτά του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει, και σε ένα διαρκώς αυξανόμενο αριθμό ενοριών, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες, το σύνολο ή μέρος της ευχής της αναφοράς λέγεται εκφώνως, ώστε αυτή να μπορεί να γίνει αντιληπτή από όλους. Τέλος, στην Αμερική γρήγορα τα αγγλικά κατέστησαν η επίσημη γλώσσα της λειτουργίας.

    Ο ιερατικός ρόλος των λαϊκών περιθωριοποιήθηκε επίσης με την επέκταση του ρόλου του ιεροψάλτη ή της χορωδίας. Στη μεγαλύτερη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας, οι λειτουργικές απαντήσεις ψάλλονταν από σύνολη τη σύναξη των πιστών. Έψελναν το «Κύριε ελεήσον» εις απάντησιν στις αιτήσεις του ιεροδιακόνου. Έψελναν τα επαναλαμβανόμενα τροπάρια στους ψαλμικούς στίχους των αντιφώνων. Έψελναν τις απαντήσεις στην ευχαριστιακή προσευχή. Στους τελευταίους τρεις ή τέσσερις αιώνες, χορωδίες (στο σλαβικό χώρο) και ιεροψάλτες (στον ελληνικό χώρο) ανέλαβαν σχεδόν τα πάντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι συνάξεις των πιστών να μεταβληθούν σε παθητικούς θεατές και η αίσθηση σύνολης της κοινότητας ότι συμμετέχει ενεργητικά στη λειτουργία, απωλέσθηκε. Πολύ συχνά σήμερα, η λειτουργική λατρεία υποβαθμίζεται σε ένα σώου (show), που ανεβάζουν ο κλήρος και οι ιεροψάλτες. Δεν παραξενεύει καθόλου το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ενοριτών είτε παραμένει απαθής από τα δρώμενα είτε ακόμη και αποξενωμένος από αυτά! Γι’ αυτό, αυτό που χρειαζόμαστε είναι να ξανακαλύψουμε τον ουσιαστικό, ενεργητικό ρόλο των λαϊκών στη λειτουργία.

    Ο ιερατικός χαρακτήρας των λαϊκών, που τόσο καθαρά εκφράζεται στη Γραφή και στη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας χρειάζεται να ξανακαλυφθεί στην χριστιανική συνείδηση. Καλούμαστε να τον βιώσουμε στην καθημερινή ζωή μας. Στο μοντέρνο, εκκοσμικευμένο κόσμο, προσπαθούμε να αποκόψουμε τη θρησκευτική μας ζωή από την καθημερινότητα. Κάνουμε πράξη την πίστη μας πηγαίνοντας μια ή δύο ώρες κάθε εβδομάδα, στην εκκλησία, αλλά αφού γίνει αυτό, αποβάλλουμε τη θρησκευτική μας ταυτότητα, αμέσως μόλις, φεύγοντας, περάσουμε το κατώφλι της. Αντίθετα, ακριβώς μέσα στον κόσμο, στην οικογένεια, στον τόπο εργασίας, στο δημόσιο χώρο, είναι που ο ιερατικός χαρακτήρας των λαϊκών έχει τεράστια σημασία Έτσι δεν χρειάζεται να είναι κανείς χειροτονημένος ώστε να βιώνει την ιερατική κλήση του. Ό,τι κι αν διαλέξουμε να κάνουμε στη ζωή μας, ως εργάτες, ή μηχανικοί, ή γιατροί, ή δικηγόροι ή δάσκαλοι, καλούμαστε να ενεργήσουμε όπως ενήργησε ο Χριστός. Όπου κι αν βρισκόμαστε, στο σπίτι, ή στο χώρο εργασίας ή στο πάρκο, καλούμαστε να αντικατοπτρίζουμε την παρουσία και την αγάπη του Χριστού.

    * Ο κ. Paul Meyendorff πήρε το πτυχίο του από το Trinity College στο Hartford το 1972 και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου της Νέας Υόρκης (M.Div. 1975). Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα (Ph.D.) από το Πανεπιστήμιο της Notre Dame το 1987. Κατέχει την έδρα της Λειτουργικής Θεολογίας «Αλέξανδρος Σμέμαν» στο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδιμήρου του οποίου είναι και Κοσμήτωρ. Διατέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Yale Divinity School και στο Πανεπιστήμιο της Notre Dame, επίκουρος καθηγητής στο ακαδημαϊκό πρόγραμμα των λειτουργικών σπουδών του Drew University, Εκδότης του St Vladimir’s Theological Quarterly και υπεύθυνος των εκδόσεων του St Vladimir’s Seminary. Έχει συμμετάσχει κατά καιρούς σε πολλές διορθόδοξες και διομολογιακές Συνελεύσεις και επιτροπές. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του The Anointing of the Sick (Το Χρίσμα των ασθενών), Crestwood: SVS Press, 2004, Αγίου Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Περί της Θείας Λειτουργίας, εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια, Crestwood: SVS Press, 1984, καθώς και πολλά άρθρα και μελέτες του σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά.

    Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλουhttp://dev.acadimia.org
    Ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία.

    Μπορεί να σας ενδιαφέρουν

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου: «Ταυτότητες υπό αμφισβήτηση. Ζητήματα για την...

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣ...

    2o Διεθνές Συμπόσιο Ψαλτριών – 2ο Φεστιβάλ Γυναικείων Χορών

    2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΨΑΛΤΡΙΩΝ «ΓΥΝΑIΚΕΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚH ΤEΧΝΗ» 2o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΟΡΩΝ «Η ΑΓΙΑ ΚΑΙΚ...

    Σχετικά άρθρα

    Advertismentspot_img

    Τελευταία άρθρα

    Γραφτείτε στο Newsletter μας!

    Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα συνέδρια, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές διαλέξεις και τις νέες εκδόσεις της Ακαδημίας κάνετε εγγραφή στο Newsletter μας