Γ. Γκαβαρδίνας, Δρ Θεολογίας, Καθηγητής Ενιαίου Εκκλησιαστικού Λυκείου Βόλου
Σάββατο 16 Απριλίου 2005
Το ζήτημα της συμμετοχής των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων δεν τίθεται για πρώτη φορά στις μέρες μας. Απασχόλησε κατά καιρούς την ιεραρχία, την ακαδημαϊκή θεολογική σκέψη αλλά και τους απλούς πιστούς. Καρπός του προβληματισμού αυτού είναι η διατύπωση δύο κυρίως απόψεων. Η πρώτη αντλώντας επιχειρήματα από την αποστολική εποχή και πράξη της Εκκλησίας υποστηρίζει ότι η εκλογή επισκόπων πρέπει να γίνεται με την ψήφο κλήρου και λαού. Η δεύτερη άποψη αντλώντας επιχειρήματα από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας υποστηρίζει ότι η εκλογή των επισκόπων πρέπει να γίνεται μόνον από τους επισκόπους αποκλειομένου του λαϊκού στοιχείου.
Στο πρώτο μέρος της εισηγήσεως επανεξετάζονται τα χωρία εκείνα της Αγίας Γραφής (κυρίως των Πράξεων των Αποστόλων) που χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικό στοιχείο της συμμετοχής των λαϊκών στην εκλογή των Επισκόπων.
Αυτά είναι τα αναφερόμενα στην εκλογή του Ματθία, στην εκλογή των επτά διακόνων, στην λεγομένη Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων καθώς και μαρτυρίες εκ των επιστολών του Απ. Παύλου. Η ανάγνωση των ανωτέρω αγιογραφικών χωρίων δείχνει πως στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες δεν τηρούνταν ομοιόμορφη τακτική κατά την εκλογή εκκλησιαστικών «αξιωματούχων», παρά την περί του αντιθέτου επικρατούσα άποψη. Διατυπώνεται η άποψη πως από τις ανωτέρω μαρτυρίες δεν μπορούμε να συνάγουμε ασφαλή εκκλησιολογικά κριτήρια για τη συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων.
Ακολούθως εξετάζονται τα συστήματα εκλογής ή αναδείξεως πολιτειακών αξιωματούχων στην πρώϊμη και ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παράλληλη εξέταση των συστημάτων αυτών με την τηρούμενη διαδικασία αναδείξεως εκκλησιαστικών αξιωματούχων την ίδια εποχή επιβεβαιώνει κατά ασυνήθιστο τρόπο την ομοιότητα τους. Η Εκκλησία παρέλαβε ή εφήρμοσε κατ αντιστοιχία τα πολιτειακά εκλογικά συστήματα και στον δικό της διοικητικό μηχανισμό.
Εν συνεχεία εξετάζονται οι Κανόνες Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι οποίοι αναφέρονται στην διαδικασία αναδείξεως των επισκόπων. Οι κανόνες αυτοί είναι οι: Α΄ και Λ΄ των Αγίων Αποστόλων (303 μ.Χ.), Δ΄ και Στ΄ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), ΙΘ΄ της εν Αντιοχεία Συνόδου (341), Στ΄ της εν Σαρδική Συνόδου, Ε΄, ΙΒ΄ και ΙΓ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδου (380 μ.Χ.), ΙΓ΄, ΜΘ΄(ΝΗ΄) και Ν΄(ΝΘ΄) της εν Καρθαγένη Συνόδου (419 μ.Χ.) και Γ΄ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.). Από τους κανόνες αυτούς αποκλείεται η συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην εκλογή των επισκόπων. Παρά ταύτα η μελέτη διαφόρων συγγραμμάτων εκκλησιαστικών Πατέρων και συγγραφέων μαρτυρεί ότι σε μερικές περιπτώσεις και σε ορισμένες περιοχές η κανονική διδασκαλία δεν εφαρμόζονταν.
Η διαχρονική εξέταση του ζητήματος δείχνει ότι μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν τηρήθηκε και δεν τηρείται ομοιόμορφη τακτική. Ακόμη και σήμερα σε ορισμένες Εκκλησίες πραγματοποιούνται εκλογές επισκόπων με τη συμμετοχή λαϊκών. Και αυτό διότι η μη ενιαία οργάνωση μεταξύ των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών έχει ως συνέπεια τη διοικητική λειτουργία κάθε μιας με βάση ιδιαίτερα νομοθετικά ή κανονιστικά κείμενα, τα οποία καθιερώθηκαν βάσει της τοπικής ιστορικοκανονικής τους παραδόσεως. Ωστόσο, και αυτή η τελευταία δεν χαρακτηρίζεται από διαχρονική ομοιομορφία, αλλά εξελίσσεται σε άμεση συνάρτηση, αφ ενός μεν με τις γενικότερες ιστορικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει κάθε αυτοκέφαλη εκκλησία ή πατριαρχείο, και αφ ετέρου την εκάστοτε ποιότητα της συνοδικής της αυτοσυνειδησίας.
Στην ελλαδική Εκκλησία η συμμετοχή λαϊκών στην εκλογή επισκόπων είναι μια άγνωστη εμπειρία. Το αίτημα αυτό αποτέλεσε κατά τη δεκαετία του 50 το κύριο σύνθημα των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων στην αντιπαράθεσή τους με την τότε διοικούσα εκκλησία. Η εκπλήρωση των στόχων των οργανώσεων αυτών στη δεκαετία του ΄70, λόγω της στενής συνεργασίας τους με το τότε δικτατορικό καθεστώς, οδήγησε στην εκ μέρους τους εγκατάλειψη διεκδικήσεως του δικαιώματος συμμετοχής των λαϊκών στην εκλογή των επισκόπων. Ταυτόχρονα όμως το αίτημα αυτό απαξιώθηκε λόγω του ότι υποστηρίχθηκε από τις ανωτέρω οργανώσεις και φάνηκε ότι δεν αποσκοπούσε στην εξύψωση της θέσεως των λαϊκών εντός του εκκλησιαστικού οργανισμού αλλά στην υφαρπαγή της εκκλησιαστικής ηγεσίας από κληρικούς φιλικώς προσκείμενους στις παρεκκλησιαστικές οργανώσεις. Μία άλλη προσπάθεια επαναφοράς του ζητήματος της συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου στα διοικητικά ζητήματα της Εκκλησίας της Ελλάδος και στη συμμετοχή του στην εκλογική διαδικασία αναδείξεως των επισκόπων πραγματοποιήθηκε το 1987 εξ αφορμής του Νομοσχεδίου Τρίτση περί Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ν. 1700/1987). Ο ατυχής χειρισμός του θέματος και η εντύπωση ότι η Πολιτεία σφετερίζεται μέρος της εξουσίας της Ιεραρχίας καταδίκασε την όλη προσπάθεια σε πρόωρο ναυάγιο.
Η κατάσταση σήμερα έχει αλλάξει άρδην. Τα θέματα της Εκκλησίας δεν σηκώνουν αντιπαραθέσεις μεταξύ κληρικών και λαϊκών. Αντιθέτως είναι κατάλληλος ο καιρός για ένα εντυπωσιακό άνοιγμα της εκκλησίας προς το λαϊκό στοιχείο για την αξιοποίησή του. Δεν πρέπει αυτός ο δυναμικός λαός να απογοητευθεί από την εκκλησία του, ούτε να αφεθούν τα οράματά του για μια ελεύθερη και ζωντανή εκκλησία να καταρρεύσουν. Τώρα είναι καιρός για γενναίες χειρονομίες που θα προέλθουν από την Ιεραρχία, δέκτη του λαϊκού παλμού, και θα δρομολογήσουν τις εφικτές εξελίξεις για μια πιο ουσιαστική συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στη ζωή της εκκλησίας, ακόμη και στην εκλογή των επισκόπων. Προβλήματα εφαρμογής του μέτρου αυτού υπάρχουν και είναι πολλά. Εάν υπάρχει η βούληση και η ανάλογη παιδεία η λύση είναι εφικτή.
* Ο Γεώργιος Γκαβαρδίνας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1966. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Κανονικό Δίκαιο και στην Εκκλησιαστική Ιστορία στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και στη Θεολογική Σχολή της Βόννης. Είναι Διδάκτορας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ. Εργάσθηκε ως Ε.Μ.Υ. του Τμήματος Ποιμαντικής του Α.Π.Θ. μεταξύ των ετών 1989 και 1996. Υπήρξε συνεργάτης του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών και μέλος διαφόρων ερευνητικών ομάδων σε Αρχεία Ιερών Μονών, κυρίως του Αγίου Όρους. Εργάζεται από το 1998 ως εκπαιδευτικός στη Μέση (Δευτεροβάθμια) Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Είναι μέλος διαφόρων επιστημονικών Εταιρειών και Ιδρυμάτων. Έχει λάβει μέρος, ως εισηγητής, σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει μελέτες ιστορικοκανονικού περιεχομένου.



