Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη
Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07
Το Ισλάμ στην Ελλάδα σήμερα
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Σ. ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ
Με την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Βαλκανικής χερσονήσου από τους Οθωμανούς, το Ισλάμ εγκαθίσταται οριστικά στο χώρο της Ευρώπης. Η Pax Ottomanica δημιούργησε δύο μεγάλα στρατόπεδα, των μουσουλμάνων, και των χριστιανών και των εβραίων τζιμμήδων (dhimmi), δηλαδή προστατευόμενων μη μουσουλμάνων υπηκόων της αυτοκρατορίας.
Το οθωμανικό Ισλάμ κατά γενική ομολογία ανήκε στην ορθόδοξη σουνιτική παράδοση, προσπαθώντας να αντιδράσει σθεναρά στις αποκλίνουσες τάσεις των νομάδων που είχε στους κόλπους του και τις οποίες θεωρούσε αιρετικές. Ωστόσο πολύ ενωρίς επικράτησαν και οι θρησκευτικές ομάδες σηιτικής παράδοσης που εκπροσωπούνταν κυρίως από τα πολλαπλά τάγματα των σούφι δερβίσηδων. Οι πιο διάσημες και πολυάριθμες αδελφότητες δερβίσηδων ήταν των Μπεκτασίδων και των Μεβλεβί. Η πρώτη ξεκίνησε ως «αγροτικό» τάγμα, ενώ η δεύτερη ήταν αστική.
Ως προς το χαρακτήρα του ορθοδόξου Ισλάμ στην αυτοκρατορία πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ για οποιοδήποτε μείζον θέμα και απόφαση σχετικά με την πίστη και το νόμο ήταν απαραίτητη η ομόφωνη γνώμη της τάξης των μορφωμένων (ijma’), το δικαίωμα ερμηνείας του δόγματος, ijtihad, περιοριζόταν κατ’ ουσίαν στους οπαδούς των τεσσάρων διαφορετικών «ορθοδόξων νομικών σχολών» (των Μαλικιτών, των Χαναφιτών, των Σαφιιτών και των Χανμπαλιτών). Απ’ αυτές οι Οθωμανοί παραδέχονταν την πιο φιλελεύθερη, τη hanafite, αλλά τελικά ακολουθούσαν ένα πρότυπο πολύ πιο αυστηρό, το οποίο δεν επιδεχόταν σχεδόν καμιά αλλαγή».
Η επιρροή από την άλλη πλευρά του «αιρετικού» Ισλάμ υπήρξε τεράστια, δεδομένου ότι τα τάγματα των δερβίσηδων άσκησαν ιδιαίτερες προσπάθειες στη διάδοση του Ισλάμ ανάμεσα στους χριστιανούς, πρόσθεσαν μεγάλη περιουσία σε κτήρια και βακούφικα κτήματα και άσκησαν μεγάλο φιλανθρωπικό έργο ανάμεσα στους υπηκόους. Οι διάσπαρτοι τεκέδες των Μπεκτασήδων παρείχαν καθημερινά τροφή σε όποιον είχε ανάγκη και ταυτόχρονα προσπαθούσαν να διακηρύξουν την πίστη τους ανάμεσα στον πληθυσμό. Οι πιστοί έβρισκαν τη συναισθηματική έκφραση της θρησκείας πιο ικανοποιητική από τον ψυχρό, πεζό, ορθόδοξο λόγο του σουνιτικού Ισλάμ. Το δόγμα των Μπεκτασήδων ήταν επιπλέον εκλεκτικό κράμα, ευπροσάρμοστο και φιλελεύθερο.
Δύο λοιπόν οι βασικές θεολογικές κατευθύνσεις των μουσουλμάνων του ελληνικού χώρου: το σουνιτικό Ισλάμ ως η επίσημη θρησκεία ανάμεσα στον πληθυσμό τουρκικής καταγωγής, σε αθίγγανους ή σε εξισλαμισμένους έλληνες και το μπεκτασικό δόγμα κυρίως ανάμεσα στους Πομάκους της Θράκης, οι οποίοι είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους εξισλαμισμένοι Θράκες. O αριθμός των Μπεκτασήδων έχει συρρικνωθεί, οι δε σουνίτες πιστεύουν ότι έχει μηδενισθεί.
Η ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 και η προσάρτηση στην Ελλάδα της Δωδεκανήσου δημιούργησε τις σημερινές συνθήκες της παρουσίας των Ελλήνων μουσουλμάνων στο νεοελληνικό κράτος. Οι 120.000 περίπου Έλληνες μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης και των νήσων Ρόδου και Κω είναι σουνίτες, με την εξαίρεση μερικών κοινοτήτων Μπεκτασήδων της Θράκης. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει προστεθεί ένας σημαντικός αριθμός σουνιτών επίσης μουσουλμάνων οικονομικών μεταναστών από χώρες της Βαλκανικής (Αλβανίας, Σκοπίων, Βουλγαρίας), της Ασίας (Συρίας, Ιράκ, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές) και της αφρικανικής ηπείρου. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας μικρός αριθμός σηιτών από το Ιράν, Ιράκ και Συρία καθώς και Μπεκτασήδων κυρίως από την Αλβανία ή από άλλες βαλκανικές χώρες. Από μια προσωπική έρευνα έχει διαπιστωθεί ότι ένας σημαντικός αριθμός Κούρδων μεταναστών ανήκει στη θρησκευτική αίρεση των Γιεζιτών.
Στον ελληνικό χώρο σήμερα, όπως ακριβώς και στη δύση, διακρίνει κανείς ένα παραδοσιακό σουνιτικό Ισλάμ, ορισμένες αποκλίνουσες ομάδες και το Ισλάμ των μεταναστών, αυτό το οποίο ο Ολιβιέ Ρουά χαρακτηρίζει ως «παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ». Δεν πρόκειται βέβαια για την πλευρά του εξτρεμιστικού Ισλάμ, αλλά ένα καθ’ όλα ειρηνικό Ισλάμ, του οποίου τα μέλη είναι κυρίως οικονομικοί μετανάστες, προϊόν της εξατομίκευσης, της αποκοινοτικοποίησης και σε πολλές περιπτώσεις του διαχωρισμού από το περιβάλλον της εθνικής καταγωγής.
Οι έλληνες μουσουλμάνοι δεν έχουν καμία επαφή με τους μετανάστες μουσουλμάνους. Το μόνο θέμα που, ίσως, ενώνει τους μουσουλμάνους της Αθήνας, οι οποίοι είναι μέλη όλων των ομάδων, είναι η ανάγκη της ύπαρξης ενός ενιαίου κέντρου λατρείας. Ο φόβος προέρχεται από τη σκέψη ότι ένα τέτοιο κέντρο θα αποτελέσει επίκεντρο ενίσχυσης μιας «νέο-εθνοτικής», κατά τον Ρουά, ταυτότητας με συνέπειες άγνωστες στην ελληνική πραγματικότητα.
Το ελληνικό κράτος μη όντας μέχρι σήμερα φιλικό απέναντι στον οποιοδήποτε πολίτη είναι κατά συνέπεια και δύσκαμπτο απέναντι και στις θρησκευτικές μειονότητες. Ένας επιπλέον λόγος είναι το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης πάντοτε κατατρέχονταν από το σύνδρομο κρίσης της ταυτότητας: τι είμαστε, μουσουλμάνοι έλληνες, τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι έλληνες, τούρκοι μουσουλμάνοι της Ελλάδας, μειονοτικοί απλά μαζί με άλλους μειονοτικούς μουσουλμάνους; Το ελληνικό κράτος φαίνεται ότι απέτυχε στην πολιτική του στάση απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες της Θράκης, τις συσπείρωσε και τους προκάλεσε μια πολλαπλώς υποκινούμενη ενδοστρέφεια. Τα προβλήματα που υπάρχουν είναι διαφορετικής φύσεως από αυτά των ισλαμικών μειονοτήτων στο χώρο της Δύσης. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στο ότι χριστιανοί και μουσουλμάνοι έζησαν για πολλούς αιώνες μαζί και συνήθισαν οι μεν στον τρόπο ζωής των δε.
Εκεί που αναφύονται μια σειρά από προβλήματα είναι η σύγκρουση του ελληνικού δικαίου με τον Ιερό νόμο shari’a που διέπει τη θρησκευτική αλλά κυρίως την κοινωνική ζωή των μουσουλμάνων της Ελλάδας και ανήκει στο χώρο των ζητημάτων νομικής φύσεως και ειδικότερα σ’ αυτά που αφορούν θέματα οικογενειακού, ιδιωτικού ή κληρονομικού δικαίου. Με βάση την αυθεντία του Ιεροδίκη, ο οποίος ταυτίζεται πλέον σήμερα με το αξίωμα του Μουφτή (ενώ παλαιότερα ήταν σαφώς διακριτοί οι ρόλοι τους) διευθετούνται τα προβλήματα των Ελλήνων μουσουλμάνων.
Δεν είναι λίγες οι φωνές διαμαρτυρίας που ακούγονται από μορφωμένους μειονοτικούς και οι οποίοι εγείρουν σοβαρές ενστάσεις απέναντι στο status επιλογής των Μουφτήδων που τους θεωρούν πολύ λίγους για να υπηρετήσουν με σωφροσύνη το αξίωμά τους. Το νομικό πρόβλημα, το οποίο θα προκύψει στο μέλλον είναι αυτό με τους μετανάστες μουσουλμάνους και δεν είναι βέβαιο ότι η ελληνική Πολιτεία προετοιμάζεται για αυτό.
Κατά την άποψη ιμάμη μιας κοινότητας αφρικανών μουσουλμάνων πανεπιστημιακής μόρφωσης ο αριθμός των μουσουλμάνων μεταναστών είναι 100.000 και κατ’ άλλους υπολογισμούς 500.000. Οι αφρικανοί μουσουλμάνοι προέρχονται από την Αίγυπτο, το Σουδάν, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, τη Νιγηρία και τη Σενεγάλη. Οι παλαιότεροι μουσουλμάνοι που μετανάστευσαν στην Ελλάδα ήταν φοιτητές, ενώ οι νεότεροι είναι πολιτικοί ή οικονομικοί πρόσφυγες και απασχολούνται ως εργάτες ή ασχολούνται με το εμπόριο.
Βασικότερο πρόβλημά τους είναι η απουσία ενός ενιαίου αναγνωρισμένου επίσημα τόπου λατρείας καθώς και η έλλειψη ενός κεντρικού οργάνου εκπροσώπησης όλων των μουσουλμάνων. Έτσι, στην πόλη των Αθηνών οι μουσουλμάνοι αναγκάζονται να ενοικιάζουν αίθουσες, τις οποίες διαμορφώνουν σε τζαμιά και για να υπάρχει μονιμοποίηση και εποπτεία από τις ελληνικές αρχές λειτουργούν ως κέντρα συλλόγων ή λέσχες. Υπολογίζεται ότι λειτουργούν περίπου 35 τέτοιου είδους τζαμιά σε όλη την Αθήνα.
Όσο περνούν τα χρόνια, εμφανίζεται το πρόβλημα της ταφής των μουσουλμάνων μεταναστών, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα μουσουλμανικό κοιμητήριο. Η πολιτεία τους προτείνει τόπους ταφής που βρίσκονται δίπλα στα χριστιανικά κοιμητήρια, τα οποία όμως χαρακτηρίζει ως «κοιμητήρια αλλοθρήσκων», ένα όρο τον οποίο οι μουσουλμάνοι δεν αποδέχονται, διότι με τον όρο αυτό οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τους «ειδωλολάτρες» δηλαδή τους πιστούς θρησκειών εκτός του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού. Μετά από αυτό λοιπόν επιλέγουν την οικονομικά δυσβάστακτη λύση να μεταφέρουν τους νεκρούς τους στις πατρίδες τους ή στα μουσουλμανικά νεκροταφεία της Θράκης. Η Εκκλησία έχει υποσχεθεί να παραχωρήσει τόπους ταφής, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει στην εφαρμογή της υπόσχεσης.
Όσοι προΐστανται στα πρόχειρα τζαμιά δεν είναι διαπιστευμένοι από κανένα θρησκευτικό κέντρο, είναι αυτόκλητοι ή επιλεγμένοι από την κοινότητα για τις ιδιαίτερες σχέσεις που έχουν με τη θρησκεία, τη γνώση των πηγών της πίστεως και την ικανότητα να ερμηνεύουν τον Ιερό Νόμο. Οι μετανάστες τους συμβουλεύονται για να εναρμονίζουν τη ζωή τους με τη σαρία.
Τα περισσότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουν αφορούν στο οικογενειακό δίκαιο. Αντιμετωπίζονται ζητήματα μικτών γάμων και διατήρησης της ισλαμικής κουλτούρας στα παιδιά, τα οποία φοιτούν σε ελληνικά σχολεία. Έχει παρατηρηθεί προσχώρηση Ελλήνων στο Ισλάμ με συχνότητα ένα άτομο κατά μήνα κυρίως εξ αιτίας γνωριμίας ανδρών με μουσουλμάνες, καθώς η σαρία δεν επιτρέπει στη γυναίκα να ασπασθεί τη θρησκεία του άνδρα. Τέλος ένα μεγάλο πρόβλημα είναι αυτό της πολιτογράφησης των μεταναστών, θέμα το οποίο έχει θρησκευτικές προεκτάσεις. Στο άμεσο μέλλον η Ελλάδα ως κράτος και ως κοινωνία θα κληθεί να αντιμετωπίσει και να δώσει λύση σε μια σειρά από ζητήματα.
1) Από την πλευρά του κράτους:
- Χάραξη σαφούς πολιτικής απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες. Αυτό προϋποθέτει τη γνώση των θρησκευτικών κανόνων και των ιδιαιτεροτήτων που απορρέουν από αυτούς.
- Τήρηση των διεθνών κανόνων σχετικών με τα θέματα σεβασμού μεν των θρησκευτικών παραδόσεων, αλλά όχι σε βάρος της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. 2) Από την πλευρά των μουσουλμάνων:
- Να υπάρξει σε γραπτή μορφή ο Ιερός Νόμος
- Να παύσει η χρησιμοποίηση της οθωμανικής γραφής, ώστε να γίνει γνωστός από όλους ο Ιερός Νόμος.
- Είναι αναγκαία η αποδοχή της μετάβασης σε ένα θεσμικό καθεστώς δικαιότερο για τη γυναίκα μουσουλμάνα χωρίς να ακυρώνεται ο σεβασμός προς τις διατάξεις του Ιερού Νόμου.
- Εκείνο το οποίο χρειάζεται πάνω από όλα να καλλιεργηθεί στον ελληνικό χώρο είναι η δημιουργία ενός κλίματος αποδοχής της διαφορετικότητας, στοιχείο το οποίο οι Έλληνες ενώ φέρουν από την παράδοσή τους, ωστόσο στις μέρες μας δεν έχουν την ευελιξία να το βιώσουν όσο θα έπρεπε. Σ’ αυτό, νοιώθει κανείς, ότι το μεν κράτος φαίνεται να σύρεται κυριολεκτικά από τους διεθνείς κανόνες και αναγκάζεται να τους υπακούσει, η Εκκλησία δε εμφορούμενη από εθνικιστικές ιδέες το αποδέχεται μόνο στα λόγια και όχι πάντοτε.
* Ο κ. Καριώτογλου γεννήθηκε στη Λίμνη Ευβοίας το 1948, καταγόμενος από τη Χώρα Σάμου, οπού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Πυθαγόρειο Γυμνάσιο το 1966. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θρησκειολογία, Αραβολογία και Ισλαμολογία στα Πανεπιστήμια Ρεγκενσμπούργκ και Μίνστερ της Γερμανίας. Το 1982 αναγορεύθηκε διδάκτωρ Θεολογίας στο γνωστικό αντικείμενο της Θρησκειολογίας με διατριβή για το Ισλάμ και την πτώση του στην ελληνική χρησμολογική γραμματεία. Δίδαξε στην ιδιωτική και δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συνέγραψε πολλά σχολικά διδακτικά εγχειρίδια για το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ κατά τα έτη 2002-05 δίδαξε Θρησκειολογία και Πατρολογία στη Θεολογική Σχολή του Αγίου Ανδρέου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, στο Σύδνεϋ. Επί του παρόντος διδάσκει ως Θεολόγος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ως επίκουρος καθηγητής επί συμβάσει στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Βόλο. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του περιοδικού Νέα Παιδεία, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Σύναξη, συνεργάτης σε θρησκειολογικές σειρές και εγκυκλοπαίδειες, μέλος επιστημονικών επιτροπών, συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.



