Περισσοτερα

    Εναρκτήριος χαιρετισμός 2002-2003

    Φύλο και Θρησκεία.

    Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία

     
    Εναρκτήριος χαιρετισμός υποδοχής στην τρίτη σειρά μαθημάτων του χειμερινού προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών (1-2-2003)

     

    Παντελής Καλαϊτζίδης
    Συντονιστής του χειμερινού προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών

     

    Επιτρέψτε μου να εκφράσω τη χαρά μου για την παρουσία σας στη φιλόξενη αυτή αίθουσα και να καλωσορίσω στη πόλη μας όλους αυτούς που χρειάστηκε να διανύσουν αρκετά χιλιόμετρα προκειμένου να είναι απόψε εδώ μαζί μας, στην έναρξη και στην πρώτη συνάντηση του χειμερινού προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, που φέτος επέλεξε να ασχοληθεί με το θέμα: Φύλο και Θρησκεία, η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία.

    Είναι κοινός τόπος πλέον η αποξένωση του εκκλησιαστικού σώματος από τη θεολογία, αλλά και η αδυναμία διαλόγου της θεολογίας με τη διανόηση και το σύγχρονο κόσμο. Η θεολογία φαίνεται να είναι μία υπόθεση “ειδικών”, που αφορά σχεδόν αποκλειστικά την εκκλησιαστική γραφειοκρατία και την “τάξη” των θεολόγων, αλλά που αφήνει αδιάφορο το σώμα των πιστών όπως και τη θύραθεν -μη θεολογική- διανόηση. Η διαπίστωση αυτή που ενέχει το στοιχείο της κρίσης, υποδηλώνει ταυτοχρόνως την ευθύνη τόσο της θεολογίας και της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, όσο και του ευρύτερου λαϊκού σώματος για την παρούσα κατάσταση.

    Υπάρχουν όμως δύο τρόποι για να περιγράψει και αντιμετωπίσει κανείς την παρούσα εκκλησιαστική πραγματικότητα: ο ένας είναι να την ωραιοποιήσει και να αναλυθεί σε θριαμβολογίες, ο άλλος να τη δει κατάματα, να παραδεχτεί με ειλικρίνεια και εντιμότητα την αλήθεια των πραγμάτων, να σκύψει επάνω στο πρόβλημα και να αναζητήσει προτάσεις και λύσεις για την υπέρβασή του. Σ΄ αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση πιστεύουμε ότι κινήθηκε από την ίδρυσή της η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, που πιστή στα παραπάνω, για τρίτη συνεχή χρονιά στο χειμερινό της πρόγραμμα, επέλεξε να ασχοληθεί όχι με τα εύκολα και τα ανώδυνα που προσφέρουν τη δυνατότητα ενός αυτοδικαιοτικού και εσωστρεφούς λόγου, αλλά με τα δύσκολα και τα επώδυνα, με εκείνα που αγγίζουν ανοιχτές πληγές και χρόνιες ιστορικές εκκρεμότητες και γι΄ αυτό καλούν σε αυτοκριτική και σοβαρή θεολογική σπουδή. ΄Υστερα λοιπόν από το θέμα Εκκλησία και Εσχατολογία της πρώτης χρονιάς, Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα της δεύτερης και Ορθοδοξία και Ετερότητα που ήταν το θέμα των θερινών μαθημάτων της Ακαδημίας, τούτο το χειμώνα θα ασχοληθούμε με το θέμα: Φύλο και Θρησκεία, η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία.

    Το καινούργιο και ριζοσπαστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει εξαρχής τη θεολογία και την πράξη της χριστιανικής Εκκλησίας -ως αποτέλεσμα της ευχαριστιακής και εσχατολογικής της ταυτότητας- είναι η υπέρβαση των κάθε μορφής διασπάσεων και τεμαχισμών (φύλου, φυλής, έθνους, γλώσσας, πολιτισμού, κοινωνικής τάξης). Στην νέα εν Χριστώ πραγματικότητα που βιώνει και κηρύττει η Εκκλησία, δεν υπάρχει χώρος για κανενός είδους διαχωρισμό, διάκριση ή ανισότητα: “ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ? πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού” (Γαλ., 3, 28). Ή με τους λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: “Αυτός είναι ο σκοπός του μεγάλου μυστηρίου δι΄ ημάς. Αυτό επιθυμεί ο Θεός που έγινε άνθρωπος και επτώχευσε δι΄ ημάς, δια να αναστήση την σάρκα και να εξασφαλίση την σωτηρίαν της εικόνος του και να αναπλάση τον άνθρωπον. Δια να γίνωμε όλοι ένα μέσα στην αγάπη του Χριστού, που γίνεται κατά τρόπον τέλειον δια τον καθένα μας τα πάντα, όσα ακριβώς είναι ο ίδιος, από τα σαρκικά και ανθρώπινα που υπάρχουν τώρα εις ημάς. Δια να μη είμεθα πια άνδρες και γυναίκες, βάρβαροι, Σκύθαι, δούλοι, ελεύθεροι, που είναι γνωρίσματα που προέρχονται από την σάρκα. Αλλά να έχωμε μόνον την θεϊκήν σφραγίδα. Σύμφωνα με αυτήν έχομε πλασθή δια να συμμορφωθούμε με αυτήν και τόσο βαθιά εδεχθήκαμε το αποτύπωμά της που και από αυτό μόνον γνωριζόμεθα” (P.G. 35, 785 C).

    Στην προοπτική αυτή το φύλο, από σημείο διαιρέσεως και χωρισμού, αναδεικνύεται σε παράγοντα ενότητας και κοινωνίας. Οι φυσικοί και βιολογικοί καθορισμοί, δίχως να εκλείψουν, χάνουν την αυτονόητη για τον κόσμο σπουδαιότητά τους και παύουν να αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα προσδιορισμού της ταυτότητας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν καθορίζεται πλέον από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει στα έσχατα? δεν προσδιορίζεται από το φύλο ή από τη φυσική του καταγωγή, αλλά από τη σχέση του με το Χριστό, το νέο Αδάμ, το γενάρχη της ανακαινισμένης και μεταμορφωμένης ανθρωπότητας. Με το βάπτισμα και την είσοδό του στην Εκκλησία δεν είναι πλέον τέκνο της ανάγκης και της φύσεως, αλλά της ελευθερίας και της χάριτος.

    Ο Χριστιανισμός, σε αντίθεση με τις ιδέες και τις πρακτικές του ανδροκρατικού περιβάλλοντος εμφάνισής του (εβραϊκού και αρχαιοελληνικού), ανατίμησε τη θέση και το ρόλο της γυναίκας. Στο πρόσωπο μιας γυναίκας, της Θεοτόκου Μαρίας, ο άνθρωπος αξιώθηκε να γεννήσει εντός της ιστορίας τον Υιό και Λόγο του Θεού. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός όχι μόνο συναναστράφηκε γυναίκες -συχνά μάλιστα αμαρτωλές- και τις δέχτηκε στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του, πράξεις αδιανόητες, αν όχι σκανδαλώδεις, για το θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής του, αλλά έδειξε ιδιαίτερη αγάπη και κατανόηση για τη γυναίκα, υπερασπιζόμενος την αξία και την αξιοπρέπειά της, στηλιτεύοντας τη σκληροκαρδία και την αδικία των ευσεβών Ιουδαίων της εποχής του απέναντί της. Κορυφαίοι εκπρόσωποι της χριστιανικής παράδοσης μάλιστα, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, δεν δίστασαν να καταγγείλουν τούς άδικους εις βάρος της γυναίκας νόμους: “άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία” (P. G. 36, 289 Β), ενώ στα κείμενα και τους λόγους του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έχουμε την πρώτη διατύπωση μιας θεολογίας της τρυφερότητας για το γάμο και τη συμπεριφορά του άνδρα απέναντι στη γυναίκα (“Λόγια αγάπης να της λες…” P. G. 62, 146-148). Η ιεραποστολική δράση, η λειτουργική και κοινωνική πράξη και η εν γένει ζωή των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων οδηγούν, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία, στην έξοδο της γυναίκας από το σπίτι, καθώς πλάι στον παραδοσιακό ρόλο της συζύγου και μητέρας αναλαμβάνει η γυναίκα στη χριστιανική Εκκλησία και άλλους ρόλους ή λειτουργήματα, όπως της περιοδεύουσας ιεραποστόλου, της χαρισματούχου, της κοινωνικής εργάτριας. Η ύπαρξη επιπλέον του θεσμού των Διακονισσών στην Αρχαία Εκκλησία και καθ΄ όλη σχεδόν την περίοδο του Βυζαντίου, μαρτυρεί για τη νέα αυτή πραγματικότητα.

    Η νέα όμως αυτή πραγματικότητα δεν φαίνεται να είχε τη συνέχεια που υποσχόταν, καθώς το βάρος των εβραϊκών εθίμων και παραδόσεων -που συνοδεύουν εξαρχής την Εκκλησία-, του κοινωνικού συντηρητισμού και των εδραιωμένων φιλοσοφικών και ανθρωπολογικών προκαταλήψεων, επηρέασαν την ιστορική πορεία και πράξη της Εκκλησίας. Πράγματι, παράλληλα με την απελευθερωτική στάση που εν συντομία προηγουμένως εκθέσαμε, δεν έλειψαν στον εκκλησιαστικό χώρο και οι τάσεις υποτίμησης και απαξίωσης της γυναίκας, καθώς αυτή πολύ συχνά συνδέθηκε με το κακό και την αμαρτία. Στα ασκητικά κείμενα για παράδειγμα, περισσεύουν οι αρνητικές εκφράσεις και χαρακτηρισμοί για τη γυναίκα, μέχρι του σημείου μάλιστα να θεωρείται πιο επικίνδυνη και από το διάβολο, ενώ ακόμη και στις ευχές από τη λειτουργική παράδοση που σχετίζονται με τη γέννηση και την προ του σαραντισμού περίοδο, δεν λείπουν οι αναφορές στην ρυπαρότητα και ακαθαρσία. Οι ίδιες αντιλήψεις φαίνεται να οδήγησαν και στην θέσπιση των γνωστών απαγορεύσεων και νομικών διατάξεων που αφορούν με τρόπο απολύτως αρνητικό το γυναικείο έμμηνο κύκλο και που κατέστησαν στην πράξη τη γυναίκα δεύτερης κατηγορίας μέλος της Εκκλησίας. Η ιεραρχική δε υπαγωγή της γυναίκας στον άνδρα -“κληρονομιά” του αρχαιοελληνικού και ιουδαϊκού κόσμου- πέρασε ως ένα βαθμό στη ζωή και τους θεσμούς της Εκκλησίας, αναπαράγοντας σχήματα και δομές σε προφανή αναντιστοιχία με τη θεολογική και εσχατολογική της αυτοσυνειδησία. Το καταθλιπτικό βάρος της ιστορίας και του κοινωνικού κομφορμισμού βάραινε πολλές φορές στην ιστορία της Εκκλησίας περισσότερο από την ευαγγελική αλήθεια, όπως μαρτυρεί και η σημερινή εκκλησιαστική και ποιμαντική πραγματικότητα που κάθε άλλο παρά φιλική είναι προς τη γυναίκα, σε τέτοιο μάλιστα σημείο ώστε ο καθηγητής Μάριος Μπέγζος δικαιολογημένα να παρατηρεί ότι “η καθημερινή πρακτική της Εκκλησίας αντιφάσκει την ορθόδοξη παράδοση. Η καθημερινότητά μας είναι αντιφεμινιστική, ενώ η ορθόδοξη παράδοση είναι μητριαρχική, δηλαδή φεμινιστική. Όλο το ζήτημα συνίσταται σε τούτο: οι χριστιανοί να γίνουν συνεπείς με τον εαυτό τους” (Φαινομενολογία της Θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1995, σ. 282).

    Μπορούν λοιπόν η Εκκλησία και η θεολογία να αναφέρονται συνεχώς θριαμβολογικά στην πρώτη πραγματικότητα και να καμώνονται πως δεν τους αφορά η δεύτερη; Μπορούμε να κλείνουμε κάθε σχετική συζήτηση ισχυριζόμενοι ότι ο Χριστιανισμός απελευθέρωσε τη γυναίκα, όταν είκοσι αιώνες αργότερα πολλά μένει ακόμη να γίνουν και όταν για παράδειγμα, ακόμη και σήμερα, το να ανέβει μια γυναίκα στο ψαλτήρι ενός ναού για να ψάλει και να υμνήσει το Θεό, προκαλεί σκανδαλισμό και αναταραχή, ενώ βέβαια παντού οι γυναίκες παραμένουν αποκλεισμένες από τα εκκλησιαστικά και μητροπολιτικά συμβούλια; Έως πότε λοιπόν θα αναδεικνύουμε και θα προβάλουμε την καλύτερη εκδοχή της Ορθοδοξίας και θα συγκρίνουμε αυτήν την ιδανική εκδοχή με την χειρότερη του αρχαιοελληνικού κόσμου, του Ισλάμ ή της Δύσης; Μια τέτοια στάση δεν προδίδει πνευματική νωθρότητα και επανάπαυση, αυτοδικαιοτικό και εσωστρεφή λόγο; Μήπως ήρθε η ώρα πλάι στα εξαίρετα κείμενα του Απ. Παύλου (“ουκ ένι άρσεν και θήλυ” κλπ) ή του Γρηγορίου του Θεολόγου (βλ. παραπάνω) ή ακόμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (“Λόγια αγάπης να της λες…” P. G. 62, 146-148), να μελετήσουμε σοβαρά και να συζητήσουμε ανοιχτά και εκείνα που μας προκαλούν αμηχανία και δυσκολία, είτε πρόκειται για τον Απ. Παύλο και τον άγιο Γρηγόριο Θεολόγο είτε για το Μέγα Βασίλειο και τα ασκητικά κείμενα ή ακόμη τον άγιο Διονύσιο Αλεξανδρείας, τους κανόνες του Ιωάννη του Νηστευτή και αργότερα του Πηδαλίου; Μήπως ακριβώς οι προκλήσεις που θέτει ο σύγχρονος κόσμος και το φεμινιστικό κίνημα προσφέρουν μια σπουδαία ευκαιρία αυτοκριτικής και θεολογικής σπουδής; Μήπως μια θεολογική θεώρηση του φύλου και του “κατ εικόνα Θεού” στη γυναίκα μπορούν να ερμηνεύσουν τα δύσκολα θεολογικά και κοινωνικά προβλήματα που θέτει το υπό συζήτηση θέμα;

    Είναι ερωτήματα που θα συζητηθούν στο χειμερινό πρόγραμμα (2002-03) της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Το πρόγραμμα αυτό θα πλαισιωθεί και με παράλληλες εκδηλώσεις που συνεχίζουν ή διευρύνουν τη θεματολογία των προηγουμένων ετών, όπως Θρησκεία και πολιτική στη Νεωτερικότητα, Ανατολή και Δύση, Θεολογία και Λογοτεχνία, Θεολογία και σύγχρονη Ναοδομία. Το πρόγραμμα αυτό ελπίζουμε επιπλέον να βοηθήσει ώστε να ανοίξει κάποτε ένας σοβαρός διάλογος για ένα ακόμη ζήτημα που φέρει έντονα τα σημάδια της αναντιστοιχίας θεωρίας (θεολογίας) και (εκκλησιαστικής) πράξης, και που είναι συναφές με την παρούσα συζήτηση: αυτό της συμμετοχής των λαϊκών στη ζωή και τη διοίκηση της Εκκλησίας.

    Κλείνοντας, επιτρέψτε μου και από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω όλους όσοι στήριξαν και στηρίζουν αυτή την προσπάθεια: τον επίσκοπό μας εν πρώτοις, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, για την ιδέα της Ακαδημίας, για το ανοιχτό πνεύμα και την ετοιμότητα διαλόγου που πάντα τον διακρίνει, για την αγάπη και την εμπιστοσύνη με την οποία περιβάλλει το έργο αυτό. Τους συνεργάτες της Ακαδημίας, το θεολόγο Νίκο Ντόντο και το δημοσιογράφο Νίκο Βαραλή, για τη συνεχή βοήθεια, συμπαράσταση και άριστη συνεργασία. Τον Δρ Θεολογίας κ. Κώστα Ζορμπά, υπεύθυνο των θερινών μαθημάτων της Ακαδημίας και τη σύζυγό του κ. Κατερίνα Καρκαλά-Ζορμπά, Πρόεδρο του Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης, για τις πολύτιμες υποδείξεις τους και την ενεργό συμμετοχή τους κατά τη διάρκεια προετοιμασίας του φετινού προγράμματος της Ακαδημίας. Το φίλο ζωγράφο Χρήστο Παπανικολάου, για την ευγενική εκ μέρους του παραχώρηση του έργου του που κοσμεί την αφίσα που σας προσφέραμε. Τον π. Αλέξανδρο Σαγάνη, για την επί τρία χρόνια συνεχή και αδιάλειπτη καταγραφή σε οπτικά και ακουστικά ντοκουμέντα των εργασιών της Ακαδημίας. Τους χορηγούς μας, τον “Όμιλο Επιχειρήσεων Αλέξανδρος Μ. Μουστακαλής”, το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και την εφημερίδα “Η Θεσσαλία” για τη γενναιόδωρη προσφορά τους, που κατέστησε δυνατή την πραγματοποίηση αυτού του προγράμματος. Τους αγαπητούς εισηγητές για την προθυμία ανταπόκρισης στην πρόσκλησή μας, τον κόπο της προετοιμασίας και της μετακίνησης. Και τέλος όλους εσάς, “τους μακράν και τους εγγύς”, τους συμφωνούντες και τους διαφωνούντες, που τρία χρόνια τώρα στηρίζετε με την παρουσία σας και τη συμμετοχή σας αυτή την προσπάθεια.

    Θα παρακαλούσα λοιπόν τον εμπνευστή και πρωτεργάτη της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, να έρθει στο βήμα και να κηρύξει την έναρξη των εργασιών της τρίτης σειράς μαθημάτων του χειμερινού προγράμματος.

    Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλουhttp://dev.acadimia.org
    Ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία.

    Μπορεί να σας ενδιαφέρουν

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου: «Ταυτότητες υπό αμφισβήτηση. Ζητήματα για την...

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣ...

    2o Διεθνές Συμπόσιο Ψαλτριών – 2ο Φεστιβάλ Γυναικείων Χορών

    2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΨΑΛΤΡΙΩΝ «ΓΥΝΑIΚΕΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚH ΤEΧΝΗ» 2o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΟΡΩΝ «Η ΑΓΙΑ ΚΑΙΚ...

    Σχετικά άρθρα

    Advertismentspot_img

    Τελευταία άρθρα

    Γραφτείτε στο Newsletter μας!

    Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα συνέδρια, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές διαλέξεις και τις νέες εκδόσεις της Ακαδημίας κάνετε εγγραφή στο Newsletter μας