της Ευανθίας Αδαμτζίλογλου, Δρ Θεολογίας Α.Π.Θ., Διευθύντρια 4ου Γυμνασίου Θεσ/νίκης
Σάββατο 29 Μαρτίου 2003
Το ερώτημα αυτό, όσο απλό κι αν φαίνεται μας ταξιδεύει πίσω στην ιστορία και μας βοηθάει να κατανοήσουμε βαθύτερα το σύγχρονο γυναικείο ζήτημα. Να ανιχνεύσουμε τις ρίζες του μέσα στη χριστιανική παράδοση, ώστε σήμερα να το αντιμετωπίσουμε σωστά και αποτελεσματικά.
Η προπτωτική κατάσταση του Αδάμ περιγράφεται στα κείμενα του αδαμικού κύκλου, έτσι ώστε να τονίζεται ιδιαίτερα η δόξα του. Η απόκτηση όμως της δόξας και της κυριαρχίας δεν είναι διαρκής, αλλά εξαρτάται άμεσα από την εφαρμογή του νόμου. Η παράβαση της εντολής αφαιρεί τη δόξα του Αδάμ και την κυριαρχία του στον κόσμο. Η δόξα του Αδάμ που χάθηκε με την πτώση, επανήλθε στο Μωϋσή με τη νομοδότηση του Σινά. Γνήσιοι απόγονοι του Αδάμ και διάδοχοι της δόξας και κυριαρχίας του είναι ο Ισραήλ, διότι αυτός και όχι οι άλλοι λαοί αποτελεί την κοινότητα του νόμου. Με την παράβαση της εντολής δεν χάνεται το κατ’ εικόνα. Αυτό που χάνεται είναι η δόξα, η οποία αποκαθίσταται με την υπακοή στο νόμο του Θεού.
Η ηθική κατανόηση της βιβλικής δημιουργίας συνεχίζει να αποσιωπά τα ανθρώπινα φύλα. Όταν όμως τονίζεται ιδιαίτερα η δοξασμένη και κυρίαρχη θέση του Αδάμ, τότε η γυναίκα παραθεωρείται, όπως ακριβώς συμβαίνει και για τους εθνικούς μπροστά στην εξέχουσα θέση του Ισραήλ.
Σε πηγές του αδαμικού κύκλου η γυναίκα θεωρείται αιτία της πτώσης και του θανάτου που επέφερε την απώλεια της δόξης. Η γυναίκα στα κείμενα αυτά δεν έχει την εικόνα του Θεού. Την εικόνα του Θεού έχει μόνο ο Αδάμ ή ο Σηθ. Όπως ο Θεός είναι ένας στον ουρανό, ένας έχει και την εικόνα του Θεού στη γη. Ό Ιουδαϊκός μονοθεϊσμός δηλαδή επιβάλει ένας από τα δύο φύλα να έχει την εικόνα του Θεού. Η γυναίκα έχει μόνο τη δόξα, την οποία χάνει με την πτώση.
Όταν στη ραβινική θεολογία μαζί με το νόμο τονίζεται και η περιτομή, ως σημάδι της διαθήκης, τότε εξυψώνεται η ανδρική φύση του Αδάμ, ενώ η γυναίκα αυτόματα υποβιβάζεται, όπως και οι εθνικοί, στο επίπεδο των ζώων. Η υπεροχή και η δόξα του Αδάμ, όπως και του Ισραήλ, ταιριάζουν στην εικόνα του Θεού.
Ο απόστολος Παύλος απαντά στην αδαμολογία της εποχής του με τον έσχατο Αδάμ, τον παθητό Μεσσία, τον εσταυρωμένο και αναστάντα Ιησού Χριστό. ΄Ετσι ανατρέπει την κυρίαρχη και δοξασμένη θέση του άνδρα ισραηλίτη της περιτομής, γιατί ο πρώτος Αδάμ δεν εκπροσωπεί καν τον άνθρωπο, αλλά τον παλαιό άνθρωπο της φθοράς και του θανάτου που υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη.
Ο Απόστολος Παύλος όμως συμμερίζεται το πρόβλημα των ραβίνων που θα ήθελαν να αποδώσουν το κατ’ εικόνα στη γυναίκα, αλλά δε μπορούν να το κάνουν, γιατί δεσμεύονται από την ανάγκη να μην παρουσιάσουν δύο ανθρώπους κατ’ εικόνα Θεού, διότι αυτό προσβάλει το Μονοθεϊσμό τους.
Ο απόστολος Παύλος αποφεύγει να αναφερθεί στο κατ’ εικόνα της γυναίκας, ενώ σιωπηρά το προϋποθέτει, όπως και οι ραβίνοι. Αν μιλούσε για το κατ’ εικόνα της γυναίκας, τότε θα σήμαινε ότι με την πίστη του στο Χριστό δέχεται και δεύτερη αρχή δίπλα στον ένα Θεό του Ισραήλ. Γι’ αυτό γράφει και στο στίχο 3 λίγο παραπάνω, ότι “κεφαλή δε Χριστού ο Θεός”.
Στην πατερική και συμβολική παράδοση της Εκκλησίας ο στίχος αυτός παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στη διατύπωση της διδασκαλίας της πίστεως. Στο σύμβολο της Αντιόχειας λέγεται “ούτε δύο εισίν αρχαί, αλλά κεφαλή του υιού ο πατήρ, μία η αρχή”. Η λέξη αρχή δεν εννοείται βέβαια από τους πατέρες ως εξουσία, αλλά ως αίτιο. Όταν αποδίδεται η αρχή και η αιτία ύπαρξης του Χριστού στο Θεό, τότε θεμελιώνεται η ενότητα των προσώπων, αλλά και η θεότητα του Χριστού και η ισότητά και η ομοουσιότητα με το Θεό του Ισραήλ. Η ερμηνεία αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με κείνη που προσπαθεί να κατανοήσει τις ανθρώπινες σχέσεις με ανθρώπινες κατηγορίες αυταρχικής εξουσίας και μοναδικής αυθεντίας.
Αν η υποτίμηση της γυναίκας εξυπηρετούσε το αδιέξοδο των ραβίνων για να κατοχυρώσουν τον μονοθεϊσμό τους, η εν Χριστώ αποκάλυψη που φανέρωσε στον άνθρωπο τις εν τω Θεώ σχέσεις των προσώπων ισότητας, ομοτιμίας και ομοουσιότητας, δίνεται από τον απόστολο Παύλο ως η δυνατή εγγύηση για τον τρόπο και το ήθος της ισότιμης και ομότιμης παρουσίασης της γυναίκας δίπλα στον άνδρα.
Την ιουδαϊζουσα παράδοση μετέφερε στη Ρώμη ο λεγόμενος Αμβροσιαστής, που με την ερμηνεία του ιεροποίησε την πολιτική και ιερατική εξουσία του άνδρα και πολιτικοποίησε τη βιβλική δημιουργία. Το προνόμιο του άνδρα να έχει το κατ’ εικόνα αντλούσε τη σημασία του από την εξουσία του βασιλιά και του ιερέα στην κατάσταση της φεουδαρχικής κοινωνίας του δυτικού κόσμου. Η ερμηνευτική αυτή που αρνείται το κατ’ εικόνα στη γυναίκα αναγνωρίστηκε ως ιερά παράδοση και ενσωματώθηκε στο Corpus Juris Canonice του πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ το 1582.
Η θέση αρχής που αναγνωρίζεται μέσα στην παράδοση της ανατολικής Εκκλησίας στο ανδρικό φύλο είναι κατά την εικόνα της άκρας κένωσης του παθητού Μεσσία αφ’ ενός και κατά την εικόνα της αρχής του Πατέρα αφ’ ετέρου μέσα στην Αγία Τριάδα που εγγυάται την ενότητα, ισότητα, ομοουσιότητα, το συνάναρχο και το ομότιμο των προσώπων.
Ο απόστολος Παύλος ασφαλίζει έτσι την ισότητα του άνδρα και της γυναίκας εν Χριστώ, ώστε, αν καταρριφθεί αυτό, να σημαίνει ότι καταρρίπτεται αμέσως η κυριότητα, το ισότιμο, το συνάναρχο και ομότιμο πρόσωπο του Χριστού προς το Θεό. Αυτή είναι η μεγάλη εγγύηση που άφησε ο απόστολος Παύλος στην Εκκλησία για τη θέση της γυναίκας.
Βιογραφικό της Ευανθίας Αδαμτζίλογλου
Η Ευανθία Χ.Αδαμτζίλογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1949, όπου σπούδασε οικονομικά και θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές στη βιβλική επιστήμη στη Θεσσαλονίκη και στο Μόναχο έγινε διδάκτορας στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, Τμήμα Θεολογίας με τη διατριβή “Η γυναίκα στη Θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Ερμηνευτική Ανάλυση του Α΄Κορ. 11,2-16″, Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής. Παράρτημα αριθμ. 62 του 29 τόμου, Θεσσαλονίκη 1989,1994, σελ.410. Εργάζεται ως θεολόγος καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 1980 και από το Σεπτέμβριο 2002 είναι Διευθύντρια στο 4ο Γυμνάσιο Χαριλάου Θεσσαλονίκης. Δίδαξε στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, στο καλοκαιρινό πρόγραμμα του 2001-2. Είναι μέλος της Ορθόδοξης Εταιρείας Βιβλικών Σπουδών και contactperson της Πανευρωπαϊκής Εταιρείας γυναικών στη θεολογική Έρευνα με συμμετοχές στα αντίστοιχα επιστημονικά συνέδρια. Η θεολογική της έρευνα στο θέμα της γυναίκας συμπληρώθηκε με την έκδοση των βιβλίων:”΄Hσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί
” Βιβλικές και θεολογικές μελέτες για τη γυναίκα. Παρεμβάσεις στη σύγχρονη φεμινιστική Θεολογία. ΕΚΟ 13, Θεσσαλονίκη: Simbo 1997, σελ.190 και “Ουκ ένι άρσεν και θήλυ
”. Τα βασιλικά χαρίσματα των δύο φύλων (Γαλ. 3,28γ, Γεν. 1,26-27), Θεσσαλονίκη: University Studio Press 1998, σελ.182.



