Κώστας Αγόρας, Δρ Πανεπιστημίου της Σορβόννης, Ακαδημαϊκός υπεύθυνος του προγράμματος “Σπουδές στην Ορθοδοξία” του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου
Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2002
1. Αντικείμενο της εισήγησης είναι η θεώρηση της Νεωτερικότητας ενός πολιτισμικού φαινομένου και μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου – μέσα από μία ιδιότυπη προσέγγιση της Ιστορίας και του Πολιτισμού. Η προσέγγιση αυτή έχει για κέντρο της τον έσχατο Αδάμ, τον αναστημένο στην ανθρωπότητά Του Χριστό, όπως Αυτός αποκαλύπτεται μετεχόμενος και μετέχεται αποκαλυπτόμενος στο Σώμα Του, στην Ευχαριστία, άξονα και επιτομή των “μυστηρίων της Βασιλείας”. Αντίθετα από ό,τι ο τίτλος θα μπορούσε να αφήσει να εννοηθεί, δεν πρόκειται να εξετάσουμε εδώ τη Χριστολογία (κεφάλαιο της δογματικής θεολογίας) κατά την νεωτερική εποχή (περίοδο της ιστορίας της θεολογίας), αλλά την Νεωτερικότητα μέσα από το σωστικό, το εσχατολογικό γεγονός Χριστός, το ευχαριστιακά μετεχόμενο και αποκαλυπτόμενο. Η θεώρηση της Νεωτερικότητας που προτείνουμε είναι χριστοκεντρική και πραγματώνεται μέσα από μία προσέγγιση που με τη σειρά της είναι ευχαριστιακή.
Στόχος της εισήγησης είναι να φανούν οι βασικές προϋποθέσεις ενός πραγματικού διαλόγου, ανοιχτού και κριτικού συνάμα, της Ορθοδοξίας με τη Νεωτερικότητα: ενός διαλόγου στο ιστορικοπολιτισμικό “εδώ και τώρα” του σύγχρονου Κόσμου αλλά και το αγιοπνευματικό “νυν” της Ευχαριστίας, σε πορεία μεταμόρφωσης της Ιστορίας προς την Βασιλεία. Διότι σκοπός μας δεν είναι ούτε μια άκριτη αποδοχή του πολιτισμού μας (με συνέπεια την εκκοσμίκευση του Σώματος του Χριστού), μα ούτε και μια τυφλή απόρριψή του (και την δοκητιστική αποσάρκωση της Εκκλησίας).
Το βασικώτερο όμως είναι πως ο διάλογος αυτός Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας δεν γίνεται προς “όφελος” καμμιάς από τις δύο, ας το πούμε έτσι, αλλά για λογαριασμό ενός “άλλου”: για το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του αναστημένου Χριστού. Εκείνου ακριβώς που αδιάκοπα ερχόμενος, με “αλήθεια-και-αγάπη”, στέκει πάντα μπροστά, “προηγείται απόλυτα”, – και από την Νεωτερικότητα αλλά και από την Ορθοδοξία-για να τις “κρίνει” (διάκρισις) και να τις “σώσει” (ανάστασις).
2. Η ανάπτυξη της θεματικής μας διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος εξηγεί το πώς και το γιατί, τον τρόπο και τον λόγο, της ευχαριστιακής προσέγγισης της Νεωτερικότητας. Διότι ο εκάστοτε τρόπος προσέγγισης της πραγματικότητας (του Θεού και του ανθρώπου, του κόσμου και της ιστορίας) προσδιορίζει αποφασιστικά το περιεχόμενο της όποιας θεώρησής μας: αυτό που βλέπουμε εξαρτάται από το ερμηνευτικό μας πρίσμα, από τα γυαλιά που φοράμε, ας το πούμε έτσι απλά. Και επειδή, σε καμμιά περίπτωση, δεν υπάρχει ουδέτερη (χωρίς συγκεκριμένες ερμηνευτικές προϋποθέσεις) θεώρηση της πραγματικότητας, και μάλιστα της ιστορικοπολιτισμικής πραγματικότητας, επειδή όντες μέσα στην Ιστορία δεν βλέπουμε ποτέ απ’ ευθείας (“πρόσωπον προς πρόσωπον”) χωρίς δηλ. οπωσδήποτε κάποια γυαλιά, είναι απαραίτητο ο καθένας, αφού συνειδητοποιήσει κριτικά ποια είναι αυτά που φοράει, και γιατί είναι αυτά και όχι οποιαδήποτε άλλα, να τα κάνει γνωστά στους ακροατές του.
Με κέντρο λοιπόν τον εσχατολογικό τρόπο ύπαρξης της ανθρωπότητας του Χριστού στην Ιστορία, η εισήγηση εξηγεί την ευχαριστιακή προσέγγιση, την “αγιοπνευματική εις Χριστόν”, αντιδιαστέλλοντάς την συνέχεια -για να φανεί καλύτερα η διαφορά της μεθοδολογικής αυτής επιλογής- προς κάθε είδους σχολαία, δηλ. “κατά κόσμον” προσέγγιση. Για την εκκλησιαστική τουλάχιστον Ορθοδοξία, μία χριστοκεντρική θεώρηση της Νεωτερικότητας – με “νουν Χριστού” και “διάκριση πνευμάτων”, σύμφωνα με τον Απόστολο – δεν θα μπορούσε παρά να βασίζεται σε μία ευχαριστιακή (δηλ. μυστηριακή) προσέγγιση: να περνάει δηλαδή μέσα από το πρίσμα της Ευχαριστίας – μέσα από τις σχέσεις κοινωνίας και ετερότητας με τους “άλλους” (ανθρώπους, πολιτισμούς, κ.λ.π.) και τον “ʼλλον” (άκτιστο Θεό) – όπως αυτές πραγματώνονται, μεταμορφώνονται και υφίστανται εν τέλει στο Σώμα του “όλου Χριστού”: του αναστημένου στην ανθρωπότητά Του που έρχεται αδιάκοπα προς εμάς και την Ιστορία, εν Πνεύματι και αληθεία, από τα Έσχατα.
Ο τόπος λοιπόν και ο τρόπος θεώρησης της Νεωτερικότητας είναι ο ευχαριστιακός (ευχαριστιακός τόπος) – ο οποίος στηρίζεται πάνω σε εσχατολογική βάση (“κατά Χριστόν” τρόπος)- και όχι απλά ένας φιλοσοφικά ή ιστορικοκοινωνιολογικά σχολαίος τρόπος (“κατά κόσμον” τρόπος). Λόγω της υπερβατικότητας των Εσχάτων έναντι της Ιστορίας, η εσχατολογική βάση της Ευχαριστίας οριοθετεί έναν ιδιότυπο κριτικισμό, τον ευχαριστιακό κριτικισμό της Ιστορίας? και εν προκειμένω της ιστορικής Νεωτερικότητας (όπως άλλωστε και της ιστορικής Ορθοδοξίας, ας μην το ξεχνάμε).
3. Στο δεύτερο μέρος της εισήγησης, η ευχαριστιακή προσέγγιση του σύγχρονου, μεταμεσαιωνικού πολιτισμού μας απολήγει με μία χριστοκεντρική θεώρησή του. Και μάλιστα σε μία αναζήτηση, ευχαριστιακά κριτική (και όχι απλώς ιστορικο-κοινωνιολογικά κριτική) του βαθύτερου νοήματος των θεμελιωδών παραμέτρων, εκείνων που η ίδια η Νεωτερικότητα θέτει για τον εαυτό της και μέσα από τις οποίες ταυτίζεται? των θεμελιωδών “αξιών” της και όχι των πτωτικών εκτροπών της από τις οποίες καμμία ιστορική περίοδος, κανένας ανθρώπινος πολιτισμός δεν εξαιρείται. Αναφερόμαστε συνεπώς σε δομικά πολιτισμικά στοιχεία του νεωτερικού πολιτισμού όπως αυτά προκύπτουν από μία συνεχή αντδιαστολή του προς τις προνεωτερικές εποχές (και κυρίως τον Δυτικό Μεσαίωνα). Μέσα από αυτή την αντίστιξη – που δικαιολογείται από τον διαλεκτικό ως προς το παρελθόν της τρόπο με τον οποίο η Νεωτερικότητα η ίδια δομείται (και όχι βεβαίως από έναν μανιχαϊσμό που θα ήθελε “καλή” τη μία εποχή και κακή την άλλη)-, ο ανθρωποκεντρισμός του νεωτερικού κοσμοειδώλου και ο “α-θεϊσμός” (“απομάγευση του κόσμου”), η αυτονομία του υποκειμένου και η εκκοσμίκευση της “πόλης”, προβάλλουν σαν τα αξονικά στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού μας, σαν “λόγος” Νεωτερικότητας.
Μέσα από έναν αμοιβαία κριτικό και ανοιχτό διάλογο Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας – για λογαριασμό της εσχατολογικής Βασιλείας και όχι με ιστορική ιδιοτέλεια-τα παραπάνω δομικά στοιχεία, ουδέτερα αυτά καθεαυτά ως προς τον “λόγο” τους, μπορούν και πρέπει να προσλαμβάνονται, μέσα από το Σώμα του Χριστού, για να ανακαινίζονται συνεχώς ως προς τον “τρόπο” τους: να αξιολογούνται με αγιοπνευματική “διάκριση πνευμάτων” και να καθαρίζονται από κάθε πτωτική φορά, μέσα από μία εσχατολογική κριτική του “τρόπου” τους στο ευχαριστιακό γίγνεσθαι. Έτσι, δίνεται έμπρακτα η δυνατότητα στο Ευαγγέλιο της Βασιλείας να δικαιώσει παράδοξα και να στηρίξει προφητικά τον “λόγο” της Νεωτερικότητας – αυτόν ακριβώς που εκφαίνεται μέσα από τον ανθρωποκεντρισμό και την αυτονομία, τον “α-θεϊσμό” του κόσμου και την εκκοσμίκευση των κοινωνιών – με την κρίση και τον καινισμό του “τρόπου” της. Να τη δικαιώσει εσχατολογικά (τελεσίδικα) σήμερα, εγκεντρίζοντάς την μυστηριακά στην σταυραναστάσιμη εκείνη ιστορία της ανθρωπότητας του έσχατου Αδάμ, την μοναδική για όλους μας, “νεωτερικούς” και “ορθοδόξους”. Και έτσι, η ιστορική σάρκα του κόσμου, σήμερα – όπως στην εποχή του αποστόλου Παύλου αλλά και των μεγάλων Πατέρων – γίνεται, πραγματικά (εν Πνεύματι) και όχι δοκητιστικά (φανταστικά), προσωπική σάρκα του “όλου Χριστού”.



