Κ. Αγόρας, Δρ Πανεπιστημίου Σορβόννης, Ακαδημαϊκός Υπεύθυνος μεταπτυχιακού προγράμματος «Σπουδές στην Ορθοδοξία» του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2005
Το φετινό γενικό θέμα του χειμερινού προγράμματός μας αφορά στο ερώτημα για τη συμμετοχή των λαϊκών στη ζωή της Εκκλησίας. Η ύπαρξη και μόνο του ερωτήματος αυτού φανερώνει μια υπαρκτή δυσαρμονία μεταξύ κληρικού και λαϊκού στοιχείου και γενικότερα μια δυσλειτουργία χαρισμάτων στις εκκλησιαστικές μας κοινότητες. Στις κοινότητες αυτές που για την πίστη και τη θεολογία τουλάχιστον στοιχειοθετούν από κοινού το εκκλησιαστικό σώμα του Χριστού, την «Εκκλησία» -σε διάκριση προς το ιστορικό σώμα του Χριστού (που αναστήθηκε, αναλήφθηκε εν δόξει και κάθεται στα δεξιά του Πατρός) αλλά και προς το ευχαριστιακό σώμα του Χριστού (το μυστηριακά λειτουργούμενο για τη ζωή του κόσμου).
Αντιμετωπίζοντας και περιγράφοντας -μάλιστα σε επίσημες εκφράσεις και ποιμαντικά κείμενα- το εκκλησιαστικό «πλήρωμα» σαν «σώμα της Εκκλησίας», σαν αυτοαναφερόμενο και αυτοπροσδιοριζόμενο σώμα και πλήρωμα, αποκαλύπτουμε άθελά μας μια σύγχυση, πνευματική και θεολογική που βασιλεύει μέσα μας ως προς την πραγματική ταυτότητα της Εκκλησίας (σε έμπρακτη σχέση με τον Χριστό) και μάλιστα την έμπρακτη αναφορά της σ Αυτόν (εν Πνεύματι Αγίω προς τον Πατέρα). Μιλάμε εδώ, επαναλαμβάνω, για την αληθινή ταυτότητα, τη «μυστηριακή», και για την λειτουργούμενη αναφορά, την «αγιοπνευματική», της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία ενώπιον της επερχόμενης πλήρωσης της Βασιλείας. Πράγματα τα οποία όπως θα δούμε αναλυτικά στοιχειοθετούν την ίδια την ουσία και την πρωταρχική μέριμνα του επισκοπικού λειτουργήματος. Πρόκειται για το αγιοπνευματικό χάρισμα και λειτούργημα του «επισκοπείν» (επίσκοπος), για το οποίο κάνει λόγο η αποστολική παράδοση από τον 2ο κιόλας αιώνα και που μεταξύ άλλων οφείλει να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και την αποφυγή κάθε δυσαρμονίας μεταξύ των διαφόρων χαρισμάτων -και μάλιστα των λαϊκών που μας απασχολεί εφέτος- στο εκασταχού εκκλησιαστικό σώμα του Χριστού.
Η σύγχυση για την αληθινή ταυτότητα της Εκκλησίας και ο πειρασμός μιας θεμελιώδους εκκοσμίκευσης όπως θα την ονομάζαμε, μιας εκκοσμίκευσης της ίδιας της ρίζας της Εκκλησίας και της κατεύθυνσης των κλώνων της, που ακροθιγώς περιγράψαμε και στην οποία θα επανέλθουμε στη συνέχεια, δεν είναι άσχετη νομίζω με τη γενική προβληματική του χειμερινού μας προγράμματος. Η δισχιλιετής ιστορία των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, των Χριστιανικών Εκκλησιών, φανερώνει καθαρά πιστεύω πως όταν και όπου οι κοινότητες αυτές διολισθαίνουν ασυνείδητα στην πράξη από την εκάστοτε και εκασταχού έμπρακτη αναφορά και σχέση τους προς τον Χριστό -την αγιοπνευματική και μυστηριακή, την ευχαριστιακή όπως θα δούμε- τότε είναι αυτές οι ίδιες οι Εκκλησίες που ταυτίζουν τους εαυτούς τους (δηλ. αυτοταυτίζονται σε μια ιδεολογική και ιστορική συνέχεια του Ιησού και των Αποστόλων διασφαλιζόμενη τάχα με υπερφυσικά μέσα). Αισθάνονται δηλ. σαν κάτοχοι και διαχειριστές μιας ιδεολογικής ταυτότητας στην ιστορία του κόσμου τούτου, παρά σαν αέναοι ικέτες και λειτουργοί μιας «καινής» (εσχατολογικής) και συνεχώς εκ νέου ανακαινιζόμενης ταυτότητας, που τους προσφέρεται από τον Χριστό και προέρχεται από τα έσχατα της Βασιλείας. Σ αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις, οι Εκκλησίες δεν στοιχειοθετούν στην πραγματικότητα «εκκλησιαστικές» κοινότητες, δηλ. εσχατολογικές κοινότητες του επερχόμενου Χριστού, οι οποίες κενωτικές (ελλειμματικές) παρεπιδημούν στην Ιστορία σε αγιοπνευματική διάνοιξη προς τον επερχόμενο Χριστό, ο οποίος τις ταυτίζει διαρκώς σαν «σώμα» Του. Στοιχειοθετούν «θρησκευτικές» κοινότητες (κληρικαλιστικού ή λαϊκιστικού τύπου), αυτάρκεις (λόγω αυτο-ταύτισης) με ιστορική και ιδεολογική μόνο σχέση προς τον αρχέγονο χριστιανισμό. Όταν η σχέση των Εκκλησιών με το Χριστό από εσχατολογική και μυστηριακή (αγιοπνευματικά ευχαριστιακή και ασκητική) εκπίπτει σε ιστορική και ιδεολογική ή ηθική, τότε οι Εκκλησίες αυτονομούμενες έμπρακτα από την επερχόμενη Βασιλεία «αυτο-προσδιορίζονται» στον κόσμο με κοσμικά, ιστορικά κριτήρια κληρονομιάς και σύστοιχων δικαιωμάτων. Τότε εκκοσμικεύουν ανεπίγνωστα το Πνεύμα της Βασιλείας (το ʼγιο Πνεύμα) σε εξουσιαστικό πνεύμα του κόσμου τούτου και την ευχαριστιακή, ομόκεντρη δομή της Βασιλείας (με τον Χριστό στο κέντρο, περιστοιχιζόμενο από τους Αποστόλους και το πλήθος του λαού του Θεού) σε πυραμιδοειδή δομή ιεράρχησης «κατά κόσμον». Σε τέτοια όμως περίπτωση οι εκκλησιαστικές κοινότητες αδυνατούν να αποφύγουν τα φαινόμενα του κληρικαλισμού και μάλιστα με τη μορφή του «επισκοπο-μονισμού» (που δεν πρέπει να συγχέεται με τον «επισκοπο-κεντρισμό» όπως θα δούμε) ή και του λαϊκισμού (ο οποίος αποτελεί αντιστροφή του κληρικαλισμού).
Η όποια δυσαρμονία στη λειτουργία μεταξύ των ποικίλων χαρισμάτων κληρικών και λαϊκών στο πλαίσιο του εκκλησιαστικού «σώματος» του Κυρίου, στην Εκκλησία του Θεού, «Οίκο του Πατρός» και «Ναό του Αγίου Πνεύματος», προϋποθέτει και ξεκινά από ένα βαθύτερο πρόβλημα: από μια ασυνείδητη, πρωταρχική και θεμελιώδη εκκοσμίκευση του αγιοπνευματικού, του εσχατολογικού φρονήματος της Εκκλησίας και της χριστόμορφης, της μυστηριακής ταυτότητάς της στην Ιστορία, δηλ. από μια έμπρακτη αυτονόμηση των εκκλησιαστικών κοινοτήτων έναντι του αγιοπνευματικά επερχόμενου Χριστού και της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού.
* Ο Κωνσταντίνος Αγόρας γεννήθηκε στην Πάτρα. Μετά από σπουδές φιλοσοφίας και θεολογίας ειδικεύτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (θρησκειολογία και θρησκευτική ανθρωπολογία) και στο Καθολικό Ινστιτούτο Παρισίων (συστηματική θεολογία). Υποστήριξε διδακτορική διατριβή ενώπιον μικτής επιτροπής από τις δυο Σχολές με θέμα «Πρόσωπο και Ελευθερία: το εν κοινωνία είναι στο έργο του Ι. Ζηζιούλα» (Μητροπολίτου Περγάμου). Από το 1994 συμμετέχει στο ερευνητικό πρόγραμμα «Ηθική, Δεοντολογία και Μ.Μ.Ε.» του Κέντρου Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών. Διετέλεσε συγγραφέας, κριτικός αναγνώστης και ακαδημαϊκός υπεύθυνος κατά την προετοιμασία του διδακτικού υλικού για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθοδοξία» της σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Επί σειρά ετών γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως Γαλλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του ορθοδόξου θεολογικού περιοδικού Contacts και της θεολογικής επιτροπής της Συνελεύσεως Ορθοδόξων Επισκόπων Γαλλίας. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στο χώρο της χριστιανικής ανθρωπολογίας και κοσμολογίας στη διαπλοκή μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας, στο σταυροδρόμι χριστιανικής Ανατολής και Δύσης μεταξύ εκκλησιαστικής Παράδοσης και σύγχρονης Νεωτερικότητας.



