Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη
Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07
Σουννίτες-Σιίτες: Ταυτότητα και ετερότητα στο Ισλάμ
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2007)
Αγγελική Ζιάκα
Στις μέρες μας ο μουσουλμανικός κόσμος αριθμεί περί τα 1,2 δισεκατομμύρια πιστών, εκ των οποίων το 80 με 85% περίπου είναι μουσουλμάνοι σουννίτες, ενώ το υπόλοιπο 15 με 20%, γύρω στα 200 εκατομμύρια δηλαδή, είναι μουσουλμάνοι σιίτες. Πρόκειται για την δεύτερη μεγαλύτερη παγκοσμίως θρησκεία μετά τον Χριστιανισμό. Εξαπλωμένο στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, τα όρια του Ισλάμ εκτείνονται από το Μαρόκο και την Μαυριτανία στα δυτικά, μέχρι την Ινδονησία στα ανατολικά και παρατηρείται συνεχής αυξητική τάση, κυρίως στην Αφρική, τα νοτιοδυτικά τμήματα της Κίνας αλλά και σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπου υπάρχουν μικρές ή μεγαλύτερες μουσουλμανικές κοινότητες, όπως είναι η βαλκανική χερσόνησος, η δυτική Ευρώπη και η βόρειος Αμερική. Κάθε μια από τις κοινότητες αυτές της διασποράς έχει τη δική της ιστορία: άλλες είναι αποτέλεσμα των αποικιοκρατιών (όπως στην Ευρώπη, Γαλλία, Αγγλία κ.λπ.) και άλλες των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών καταστάσεων του σύγχρονου κόσμου.
Οι σουννίτες ως πλειοψηφία του μουσουλμανικού κόσμου κατέχουν και την πλειοψηφία των μουσουλμανικών χωρών, ενώ οι σιίτες συγκεντρώνονται κυρίως στο Ιράν, όπου από το 1501 η ομολογία τους είναι η επίσημη θρησκεία του κράτους, το Ιράκ, όπου βρίσκονται και τα προπύργια του σιιτικού Ισλάμ, τον Λίβανο και την Υεμένη. Μικρές σιιτικές κοινότητες είναι διάσπαρτες μέσα στον ισλαμικό κόσμο από την Μέση Ανατολή ως την Κεντρική Ασία, το Πακιστάν και αυτή ακόμη την Ινδία.
Ο θάνατος του ‘Ali (661) είναι το ορόσημο γύρω από το οποίο θα δημιουργηθούν σιγά σιγά οι διακρίσεις μεταξύ των δύο κυρίων κλάδων του Ισλάμ, σουννιτών και σιιτών. Ο ρόλος τον οποίο παίζει σήμερα ο ισλαμικός κόσμος στη Μέση Ανατολή, σουννιτικός και σιιτικός, κατανοείται με βάση την ιστορία αυτή του πρώτου Ισλάμ, δηλαδή τον θάνατο του ‘Ali και το μαρτύριο του γιου του Husayn στα Κέρβελα (680). Η σαφής διαμόρφωση των διδασκαλιών της μιας και της άλλης παράταξης θα γίνει αργότερα από μεγάλους μουσουλμάνους θεολόγους και νομοδιδασκάλους. Ήδη όμως με την ανάληψη της χαλιφίας από τους Ομαγιάδες (661) αρχίζει να ξεχωρίζει τόσο η παράταξη των σουννιτών, που αποτελεί την πλειονότητα του ισλαμικού κόσμου και περιστοιχίζει τον πρώτο ομαγιάδη χαλίφη, τον Mu’awiya, όσο και η παράταξη του ‘Ali, κατατρεγμένη και μειοψηφούσα, που θα συγκεντρωθεί στις σιιτικές περιοχές γύρω από το νότιο Ιράκ, με κέντρο την πόλη Κούφα, όπου αναπτύχθηκε και η μεγάλη αρχική φιλολογία της.
Η κύρια διαφορά των σιιτών από τους σουννίτες είναι πολιτική και επενδύθηκε και με θρησκευτική ορολογία. Πρόκειται για την μεγάλη διαμάχη περί ιμαμάτου και χαλιφάτου, για το ποιος δηλαδή θα έχει την εξουσία του Ισλάμ, ο ιμάμης των σιιτών ή ο χαλίφης των σουννιτών. Σύμφωνα με τους σουννίτες ο νόμιμος διάδοχος του Μωάμεθ είναι ο χαλίφης, ο οποίος όμως δεν έχει χαρισματικές ιδιότητες όπως είχε ο Μωάμεθ, και δεν μπορεί να ερμηνεύει αυθεντικά το Κοράνιο. Είναι ωστόσο ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός και κυβερνήτης του Ισλάμ και ο προστάτης της πίστης και των πιστών (amir al-mumin al-muminin). Αντίθετα οι σιίτες δέχονται ότι ο νόμιμος αρχηγός του Ισλάμ είναι ο ιμάμης (amir al-muminin), ο οποίος είναι όχι μόνον πολιτικός, αλλά και χαρισματικός ηγέτης και στο πρόσωπό του συνδυάζει την θρησκευτική και την κοσμική συγχρόνως εξουσία. Ως χαρισματικός αρχηγός, μπορεί να ερμηνεύει αλάνθαστα τον θείο νόμο και να γνωρίζει τα βαθύτατα νοήματα της θείας αποκάλυψης. Οι σιίτες υποστηρίζουν ότι την χαρισματική αυτή ιδιότητα που λέγεται ουαλάγια ή βιλάγια την είχε παραχωρήσει ήδη στον ’λη ο Μωάμεθ.
Έτσι η πλειοψηφία του ισλαμικού κόσμου που δέχεται τον χαλίφη ως αρχηγό της κοινότητας, αποτελεί τους λεγόμενους σουννίτες, οι οποίοι στηρίζονται στη sunna του προφήτη, δηλαδή στη «συνήθεια» ή αλλιώς στον τρόπο με τον οποίο μιλούσε και ενεργούσε ο προφήτης Μωάμεθ και έλυνε διάφορα κοινωνικά, θρησκευτικά και νομικά προβλήματα που ανέκυπταν στην κοινότητά του. Έτσι σουννίτες ή «λαός της σούννα» (ahl al-sunna) επικράτησε να ονομάζεται η μεγάλη πλειοψηφία του ισλαμικού κόσμου, ενώ οι οπαδοί του ’Αλη ονομάστηκαν σιίτες ή «παράταξη του ’Αλη» (shi’at ‘Ali). Βέβαια και οι σιίτες στηρίζονται στη σούννα του Μωάμεθ, αλλά πρόκειται για μια σούννα διαφορετική που περιορίζεται στον «οίκο του» ή «στην στενή οικογένειά του» (sunna ahl al-bait). Η σούννα αυτή προεκτείνεται στον ’λη και τους διαδόχους του, τους ιμάμηδες. Ενώ λοιπόν για τους σουννίτες η εγκυρότητα της σούννα επιβεβαιώνεται από τη συναίνεση του σώματος των οπαδών του Μωάμεθ (sahaba), και μεταβιβάζεται από γενεά σε γενεά, οι δωδεκαδικοί σιίτες αναγνωρίζουν μόνον τις προφορικές παραδόσεις του Μωάμεθ που διασώθηκαν και διαδόθηκαν από τους ιμάμηδες, οι οποίοι ήταν όλοι απόγονοι του προφήτη Μωάμεθ, από την κόρη του Φάτιμα και τον πρώτο ιμάμη, τον ’λη.
Το Ισλάμ δεν θεωρεί τον εαυτό του μόνον ως θρησκεία, αλλά και ως κοινωνία του Θεού, η οποία συνενώνει θρησκευτική και πολιτική μαζί εξουσία. Γι’ αυτό στο Ισλάμ δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ θρησκείας και πολιτείας, θείου και ανθρώπινου νόμου. Η θρησκεία είναι η πολιτικώς οργανωμένη κοινότητα (Ούμμα) όλων των μουσουλμάνων. Ο ισλαμικός θρησκευτικός νόμος (shari’a) είναι συγχρόνως και νόμος της πολιτείας, όπως τα θρησκευτικά προβλήματα είναι συγχρόνως πολιτικά και τα πολιτικά θρησκευτικά. Η φύση αυτή του Ισλάμ είναι κοινή και στις δύο μεγάλες παρατάξεις του.
Η μεγάλη διαφορά βρίσκεται στην ερμηνεία του ιερού νόμου. Κατά τους σουννίτες ο ιερός νόμος του Ισλάμ, η shari’a, διατυπώθηκε και κωδικοποιήθηκε τον 10ο μ.Χ. αιώνα, από τέσσερις μεγάλες νομικές σχολές (τους Χαναφίτες, τους Μαλικίτες, τους Σαφιίτες και τους Χαμπαλίτες), και έκτοτε δεν ασκείται ερμηνεία του νόμου, ώστε να προστεθούν νέες νομοθετικές διατάξεις, αλλά οι νομοδιδάσκαλοι ανατρέχουν στον ήδη κωδικοποιημένο νόμο και βγάζουν γνωματεύσεις για κάθε ζήτημα, κοινωνικό, θρησκευτικό ποινικό, οικογενειακό κ.λπ. που ανακύπτει. Οι σιίτες αντίθετα συνεχίζουν να ασκούν την ερμηνεία (ijtihad) του Κορανίου και να βγάζουν νέες διατάξεις, που πολλές φορές καταλήγουν σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα που διατυπώνει ο ισλαμικός νόμος των σουννιτών.
Ο ισλαμικός ωστόσο κόσμος, παρά τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, προτάσσει την κοινή μουσουλμανική ταυτότητα και οραματίζεται την ενιαία μουσουλμανική κοινότητα (την ούμμα). Έτσι ένα μεγάλο μέρος των μουσουλμάνων επιθυμεί την αναβίωση του Ισλάμ. Οι λόγοι είναι κυρίως πολιτικοί. Από τη μια μεριά είναι η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων από την ξένη επιβολή, που συνεχίζει να υφίσταται στον μουσουλμανικό χώρο (Αφγανιστάν, Ιράκ, Λίβανος κ.λπ.) και από την άλλη είναι η αμηχανία και η κρίση που προκύπτει από τον εκμοντερνισμό των ισλαμικών κοινωνιών, ο οποίος δεν επιλύει απαραίτητα τα προβλήματα του λαού. Οι πιστοί μουσουλμάνοι συχνά αντιτίθενται στην εκκοσμίκευση του Ισλάμ. Συχνά επίσης η αντίθεση αυτή εκφράζεται με μαχητικά ριζοσπαστικά κινήματα, τα οποία αντιτίθενται στις εκκοσμικευμένες στρατιωτικές ελίτ. Με τη σειρά τους τα εκκοσμικευμένα καθεστώτα καταπολεμούν τα κινήματα αυτά, και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που ταλανίζει τις μουσουλμανικές κοινωνίες. Ο ισλαμικός κόσμος σήμερα φαίνεται να αντιμετωπίζει το δίλημμα της συνύπαρξης και της ισορροπίας μεταξύ ενός σύγχρονου κράτους, που θα ικανοποιεί τα αιτήματα των νέων καιρών, και μιας κοινωνίας που θα διέπεται από την ισλαμική περί δικαιοσύνης αντίληψη.
* H κ. Αγγελική Ζιάκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1971, είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και λέκτορας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Στρασβούργο, όπου εκπόνησε και την διδακτορική της διατριβή, στο Ποντιφικικό Ινστιτούτο Αραβοϊσλαμικών Σπουδών της Ρώμης (PISAI) και στο Χασεμιτικό Πανεπιστήμο του Αμμάν της Ιορδανίας. Εργάστηκε ως καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης (1997-2006) και δίδαξε ως ειδικός επιστήμονας (Π.Δ. 407/80) το μάθημα της «Ιστορίας του Ισλαμικού Κόσμου» στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δ.Π.Θ., και το μάθημα «Ιστορία της Γραφής» στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Μιλά γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, αραβικά.



