Η ευχαριστιακή συγκρότηση των μυστηρίων
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008)
Νέναντ Μιλόσεβιτς
Ου γαρ ένεστι σχεδόν τινα τελεσθήναι τελετήν ιεραρχικήν, μη της θειοτάτης ευχαριστίας (1). Mε αυτά τα χαρακτηριστικά λόγια ο συγγραφεύς των Αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων επισημαίνει την αρχαία εκκλησιαστική αντίληψη των ιερών μυστηρίων και των ιεροτελεστιών και την σχέση τους με την Θεία Ευχαριστία. Αυτή η γνώμη του θεμελιώνεται στην κατά την εποχή της συγγραφής των έργων του (5ος αιώνας) επικρατούσα λειτουργική παράδοση. Στην διδακτορική μας διατριβή επιχειρήσαμε να αποδείξουμε, ότι τα ιερά μυστήρια διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο της θείας Λειτουργίας και επί μακρό χρονικό διάστημα ήταν αρρήκτως συνδεδεμένα με αυτήν. Αυτήν την σχέση επιβεβαιώνουν τα πιο παλαιά εκκλησιαστικά μνημεία, εν πρώτοις η Καινή Διαθήκη, όπως και οι μαρτυρίες των πατέρων της Εκκλησίας αλλά και πλήθος χειρογράφων Ευχολογίων. Ωστόσο, η λειτουργική πράξη της τελέσεως των ιερών μυστηρίων κατά τους τελευταίους αιώνες –και σε ορισμένες δε περιπτώσεις καθ’ ολόκληρη την τελευταία χιλιετία ή και προ της ενάρξεως αυτής– διαφέρει εν πολλοίς από την πρωταρχική εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση. Τα ιερά μυστήρια και ο αυξανόμενος αριθμός των ιεροτελεστιών–sacramentalia, με την τελετουργική τους μορφή τείνουν να καταστούν ισότιμα με την Θ. Ευχαριστία.
***
Η λειτουργική επιστήμη σήμερα έχει την αναμφισβήτητη γνώμη ότι τα ιερά μυστήρια έχουν νόημα μόνον εάν σχετίζονται με την Θ. Ευχαριστία, κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να τελούνται εντός της Θ. Λειτουργίας ή ο μυούμενος, μετά την τέλεσή τους, να μεταλαμβάνει των Αχράντων μυστηρίων. Συνεπεία τούτου στην νεώτερη εποχή, στο χώρο του ανανεωμένου λειτουργικού βίου, παρατηρείται η προσπάθεια τελέσεως κάποιων ιερών μυστηρίων –συνήθως του βαπτίσματος και του γάμου– στο πλαίσιο της Θ. Λειτουργίας. Όμως αυτού του είδους οι προσπάθειες αναπόφευκτα αντιμετωπίζουν και πολλά πρακτικά προβλήματα και ως εκ τούτου οι ιερείς οι οποίοι τελούν τα μυστήρια τοιουτοτρόπως, αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία να εφαρμόσουν πρόχειρες λύσεις. Μολονότι τέτοιου είδους αφορμές είναι σποραδικές, εκτιμούνται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες ως εξειδικευμένα γεγονότα, προορισμένα για τους προνομιούχους, και τα οπoία οι παρόντες στην τελετή πιστοί βιώνουν αποκλειστικά ως αξιοθέατα και συνήθως δεν είναι εις θέσιν να συμμετάσχουν ενεργώς εις αυτά.
Τελικά, συμπεραίνει κανείς ότι σήμερα τουλάχιστον για τους λειτουργιολόγους και πολλούς λειτουργικά και θεολογικά φωτισμένους ιερουργούς δεν υπάρχει το δίλημμα αν τα ιερά μυστήρια πρέπει να τελούνται συνδεδεμένα με την Θ. Ευχαριστία, αλλά το κύριο ζήτημα είναι ποιά μυστήρια και ποιές τελετές και με ποιό τρόπο μπορούν να τελεσθούν υπ’ αυτήν την μορφή. Ο σκοπός μας εδώ δεν είναι να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, αλλά να επισημάνουμε τα εξαιρετικώς μεγάλα προβλήματα, που ακολουθούν τέτοιες προσπάθειες, αλλά και τους κινδύνους που θα προκύψουν εφόσον δεν ξεκινήσουμε μία συστηματική και μεθοδική νοηματοδοτική οικοδόμηση του λειτουργικού περιβάλλοντος εντός του οποίου θα γίνει δυνατή η εφαρμογή αυτής της τόσο σημαντικής και για την λειτουργική ζωή των πιστών τόσο αναγκαίας λειτουργικής πράξης.
Μελετώντας λοιπόν αυτό το θέμα, το πρώτο ερώτημα το οποίον τίθεται είναι ποια ιερά μυστήρια και ποιες ιεροτελεστίες μπορούν να επανασυνδεθούν με την Θ. Λειτουργία, και δεύτερον, ποια είναι τα κριτήρια που θα εφαρμόσουμε κατά την διαδικασία αυτής της επιλογής. Μήπως σε αυτήν την περίπτωση θα επιμείνουμε και στο μέλλον σε κάποιο συγκεκριμένο αριθμό των ιερών μυστηρίων, τα οποία θα τελούνται στα πλαίσια της Θ. Λειτουργίας, και από την άλλη πλευρά θα καθορίσουμε μία σειρά δευτερευουσών τελετών, οι οποίες για διαφόρους λόγους δεν συνδέονται με την Θ. Λειτουργία; Στο πλαίσιο των συζητήσεων για τον ορισμό της ιδιότητας–μυστήριο ή ακολουθία –όπως και του αριθμού των μυστήριων– είναι υψίστης σημασίας ένα σημείο, το οποίο παραμελούμε. Αυτό το σημείο πρέπει να είναι ο σημαντικότερος παράγων στον ορισμό του μυσταγωγικού χαρακτήρα κάθε μυστηρίου και τελετής. Πρόκειται δηλαδή περί της σχέσεως εκείνου του οποίου θέλουμε να κατορθώσουμε με το μυστήριο και του ιδίου του μυστηρίου της Εκκλησίας, δηλ. της Ευχαριστίας. Συγκεκριμένα, μήπως το ιερό μυστήριο ολοκληρώνει τον σκοπό του και το νόημά του εν εαυτώ, δηλαδή κάποιος βαπτίζεται, για να έχει δικαίωμα να τελέσει γάμο, να του συγχωρεθούν οι αμαρτίες, να απαλαχθεί από τις ενοχές του και ούτω καθ’ εξής, ή όλα αυτά γίνονται για την οικοδομή της Εκκλησίας; Δεν χρειάζεται πολύ σκέψη για να συμπεράνουμε ότι στη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση, στις περισσότερες των περιπτώσεων, πρόκειται για την πρώτη εκδοχή.
Σήμερα το να είναι κανείς χριστιανός συνεπάγεται την απόκτηση του δικαιώματος για την χρήση των «ιερών υπηρεσιών», τις οποίες παρέχει η Εκκλησία στους «οπαδούς» της προς ικανοποίηση διαφόρων αναγκών τους σε διάφορες περιστάσεις. Μπορούμε να πάρουμε ως παράδειγμα την βάπτιση, τον γάμο και την κηδεία, τρία ιερά μυστήρια και τελετές, που τελούνται σχεδόν σε κάθε χριστιανό. Είναι αδιανόητο κάποιο παιδί γεννημένο από χριστιανική οικογένεια να μην είναι βαπτισμένο, ή βαπτισμένα ζευγάρια να μην παντρεύονται στην Εκκλησία και η κηδεία των χριστιανών να μην τελείται με την νεκρώσιμη ακολουθία. Εδώ μπορούμε να κατανοήσουμε, ότι η πολύ συχνή τέλεση αυτών των ακολουθιών αποτελεί το βασικό εμπόδιο για τον συνδυασμό τους με την Θ. Λειτουργία. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός το θεωρούμε ως τον κύριο παράγοντα του προβλήματος. Αμέσως ακολουθεί το ερώτημα, ποιος είναι ο ρόλος αυτών των τελετών –των ιερών μυστηρίων– που θεωρούμε κατά κάποιον τρόπο ως απαραίτητα στην χριστιανική ζωή, εάν αυτά χορηγούνται στον οποιονδήποτε προσερχόμενο άνθρωπο, ή ακόμη ποια η σημασία των ακολουθιών που οι συγγενείς παραγγέλλουν χωρίς να υπολογίζουν το λειτουργικό βίωμα του αποδέκτη; Αμέσως όμως θα συμφωνήσουμε στην διαπίστωση ότι οι περισσότεροι εξ αυτών, στους οποίους χορηγούνται τα ιερά μυστήρια, δεν έχουν τον προαπαιτούμενο εκκλησιαστικό–λειτουργικό βίο. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ανθρώπων εμφανίζονται κατά καιρούς στις ακολουθίες της Εκκλησίας, ενώ ένας αριθμός εξ αυτών δεν έρχεται ποτέ στην Εκκλησία παρά μόνον με την ιδιότητα του προσκεκλημένου στις βαπτίσεις, τους γάμους, ή προσέρχονται ως συγγενείς ή γνωστοί του κεκοιμημένου. Είναι λοιπόν σχετικά μικρός ο αριθμός εκείνων οι οποίοι βαπτίζονται ή παντρεύονται εξ αιτίας κάποιου λειτουργικού βιώματος, όπως είναι επίσης μικρός και ο αριθμός αυτών στους οποίους η εξόδιος ακολουθία τελείται λόγω της εκκλησιαστικής τους ζωής. Σ’ όλα αυτά ας προσθέσουμε ακόμα την σημερινή πράξη της τέλεσης του ευχελαίου, του αγιασμού της οικίας, και άλλων οικοδομημάτων και αντικειμένων, τα οποία γίνονται κατ’ επιταγήν του παραγγελιοδότη της τελετής ή με ασυνείδητο εξαναγκασμό ως συνέπεια του μη λειτουργικού βίου τους. Ενώ οι πραγματικοί χριστιανοί, ζώντας λειτουργική ζωή και μέσω της προσφοράς τους, όπως και με τον προσωπικό τους αγώνα, αγιάζουν ο,τι έρχεται σε επαφή μαζί τους. Σχετικά με όλα αυτά πρέπει να τονίσουμε, ότι οι περισσότερες τελετές, τις οποίες συναντούμε στα Ευχολόγιά μας ή στην ιερατική πράξη, είτε διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο της αποσυνδέσεως των ιερών μυστηρίων από την Θ. Λειτουργία, είτε οι πρωτοεμφανιζόμενες τελετές συνέβαλαν στην περαιτέρω αποσύνδεση και επίσπευση του χωρισμού και εκείνων των μυστηρίων που για πολύ καιρό έμεναν αρρήκτως συνδεδεμένα με την Θ. Λειτουργία.
Διαπιστώνοντας αυτή την κατάσταση, τίθεται ενώπιόν μας το ερώτημα: τι μέλλει γενέσθαι; Η ιστορικο–θεολογική διαπίστωση της εξαρτήσεως των ιερών μυστηρίων από την Ευχαριστία από την μία πλευρά, και από την άλλη η πρακτικώς δύσκολη επιστροφή στην αρχαία παράδοση, η οποία είναι η μόνη σωστή και υγιής κατάσταση, μας υποχρεώνει να κινηθούμε στην αναζήτηση μιας καταλληλότερης λύσης του παρόντος προβλήματος. Στην προσπάθεια να προσφέρουμε κάποια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και για να εκθέσουμε τα πράγματα κατά τρόπο πιο κατανοητό και σαφή, θα επικεντρωθούμε αυτή την φορά σε δύο ιερά μυστήρια: το βάπτισμα και το γάμο.
***
Ήδη, δια μέσου των αιώνων, η βάπτιση των ενηλίκων ήταν σπάνιο και σποραδικό φαινόμενο(2). Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν η εξαφάνιση του θεσμού των κατηχουμένων από την ζωή της Εκκλησίας. Η βάπτιση των νηπίων επικράτησε ως μόνιμη πράξη και η υποχρέωση της κατηχήσεώς των μεταφέρεται στους γονείς και αναδόχους, οι οποίοι είναι πλέον «υποχρεωμένοι» να διαπαιδαγωγούν το παιδί στο χριστιανικό πνεύμα. Η βάπτιση των ενηλίκων αποτελεί πλέον παράδοξο φαινόμενο και αντιμετωπίζεται ως έκτακτο και κατ’ οικονομίαν γεγονός. Το φαινόμενο του νηπιοβαπτισμού κυριάρχησε πρωτίστως λόγω της φύσεως της ακολουθίας, στην οποία κεντρικό ρόλο έχουν τα νήπια, και ως συνέπεια τέτοιας συνήθειας, το ιερό μυστήριο της βαπτίσεως διαχωρίστηκε και έγινε αυτόνομο από την Θ. Λειτουργία. Η συχνότητα και η ιδιωτικοποίηση της βαπτίσεως στις ενορίες είχε ως τελικό αποτέλεσμα την αποσύνδεσή της από την Θ. Λειτουργία. Εν τούτοις η αποσύνδεση της βαπτίσεως από την Θ. Λειτουργία δεν σημαίνει αυτομάτως και αποσύνδεσή της από την Θ. Ευχαριστία. Η συνείδηση περί της αμοιβαίας εξαρτήσεως των μυστηρίων συνέβαλε στην εμφάνιση της συνηθείας κατά τις μεταγενέστερες φάσεις της εκκλησιαστικής ζωής τους να μεταλαμβάνουν τα νεοφώτιστα νήπια των Αχράντων μυστηρίων είτε στην Λειτουργία μετά την βάπτισή τους είτε με τα προηγιασμένα δώρα, είτε τις επόμενες μέρες. Αυτήν την τάξη τηρούν σήμερα πιο πολύ οι γονείς, υπό την προϋπόθεση ότι οι ίδιοι έχουν ενεργό λειτουργική ζωή. Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών παραμένει ακοινώνητη μετά την βάπτιση, δηλαδή ακοινώνητη προς την Εκκλησία. Δυστυχώς πρόκειται για γεγονός, που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Ήδη σ’ αυτό το σημείο παρατηρείται στη σύγχρονη λειτουργική πράξη ότι συνυπάρχουν δύο «είδη» βαπτίσματος, ή συγκεκριμένα δύο διαφορετικοί στόχοι του μυστηρίου του βαπτίσματος. Ο πρώτος στόχος είναι τα νήπια αμέσως, από την αρχή της ζωής τους, να ενώνονται με την Εκκλησία, και μάλιστα μέσω των γονέων τους, ενώ ο δεύτερος είναι τα νήπια να βαπτίζονται λόγω της παράδοσης ή λόγω της δεισιδαιμονίας των γονέων τους, και ουσιαστικά μόνον κατ’ όνομα να γίνονται χριστιανοί, αλλά η ένωση (κοινωνία) τους με την Εκκλησία αφήνεται στην δική τους βούληση, και όταν έλθουν εις θέσιν θα αποφασίσουν μόνοι τους. Δεν είναι ο χώρος εδώ να κάνουμε ανάλυση των πνευματικών συνεπειών αυτού του καθημερινού και συχνού φαινόμενου, αλλά πρέπει να επισημάνουμε ότι οι ποιμένες της Εκκλησίας κάποια στιγμή θα βρεθούν μπροστά σ’ αυτό το μεγάλο και δυσάρεστο πρόβλημα. Μετά από όλα όσα είπαμε, λοιπόν, έχουμε την γνώμη, ότι η επικράτηση του νηπιοβαπτισμού και η εξασθένηση της βαπτίσεως των ενηλίκων είναι ο θεμέλιος λίθος του προβλήματος για την ορθή και τελεσφόρα(3) τέλεση της βαπτίσεως, δηλαδή του μυστήριου της μυήσεως. Αυτή η γνώμη μας δεν σημαίνει ότι είμαστε κατά του νηπιοβαπτισμού, αλλά ότι πρωτίστως θέλουμε να επισημάνουμε ότι η βάπτιση των νηπίων δεν είναι δικαιολογημένη υπό το πρίσμα της σχέσεώς της με την Θ. Λειτουργία. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός, όπως ήδη τονίσαμε ότι η επικράτηση του νηπιοβαπτισμού είχε αποφασιστική επιρροή στο χωρισμό αυτών των δύο μυστηρίων.
Ως τεκμήριο όλων όσων είπαμε προσθέτουμε και το εξής. Παρότι η Εκκλησία κατά την ομαδική βάπτιση των νηπίων, για πρακτικούς λόγους, χρησιμοποίησε το μικρόν βαπτιστήριον(4), εισήγαγε και τις εναλλακτικές βαπτισματικές μέρες –των Χριστουγέννων, Θεοφανίων, του Σαββάτου του Λαζάρου, και κατά πάσαν πιθανότητα και της Πεντηκοστής(5), αλλά ποτέ μέχρι σήμερα η Εκκλησία δεν είχε διαμορφώσει ειδική ακολουθία για την βάπτιση των νηπίων. Τελικά, η ανάλυση του περιεχομένου της ισχύουσας τελετής της βαπτίσεως αναμφισβήτητα προϋποθέτει ότι ο προσερχόμενος προς το βάπτισμα είναι ενήλικος. Επίσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ εξ αρχής στην Εκκλησία βαπτιζόταν τα παιδιά(6), ξεχωριστή ομαδική βάπτιση των νηπίων δεν μαρτυρείται απο τις πηγές. Τα νήπια βαπτίζονταν μαζί με τους ενήλικες κατά την αγρυπνίαν του Μεγάλου Σαββάτου(7). Εξ άλλου αυτά μας αποδεικνύουν σχετικές λειτουργικές μαρτυρίες(8). Επικαλούμενοι την πράξη της Εκκλησίας από αυτήν την περίοδο, της οποίας οι μαρτυρίες χρονολογούνται μεταξύ του 8ου και 16ου αιώνος, ομαδικές βαπτίσεις των παιδιών εγίνοντο το πρωί των προαναφερθεισών εορταστικών ημερών, πριν την έναρξη της Θ. Λειτουργίας, και ανεξάρτητα από αυτήν. Όμως, στην Θ. Λειτουργία που ακολουθούσε, τα νεοβαπτισθέντα νήπια εισόδευαν στο ναό και κοινωνούσαν.
Οι ιστορικές συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν στην τακτική και σχεδόν υποχρεωτική συνήθεια της βαπτίσεως λίγο χρόνο μετά την γέννηση του παιδιού(9), είχαν ως αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της βαπτίσεως των ενηλίκων. Αυτή η πραγματικότητα αποτελεί γενικά ένα μείζον πρόβλημα σε ολόκληρη την ζωή της Εκκλησίας, με το οποίον η Εκκλησία χρειάζεται να ασχοληθεί. Σήμερα, που παρουσιάζεται δικαιολογημένη η ανάγκη της επανεξετάσεως της βαπτισματικής πράξεως της Εκκλησίας, και η επιμονή για την επιστροφή στην ορθή εκκλησιαστιή τάξη, κατά την γνώμη μας είναι απαραίτητη η εξασφάληση καταλλήλου λειτουργικού περιβάλλοντος, το οποίο θα συνεισφέρει στην σωστή τέλεση της βαπτίσεως και των άλλων μυστηρίων. Πρώτα από όλα το κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η ενημέρωση των πιστών για την έννοια, το περιεχόμενο και την σημασία του μυστηρίου της χριστιανικής μυήσεως. Τοιουτοτρόπως η αναβολή της βαπτίσεως των νηπίων μέχρι του δευτέρου ή τρίτου έτους της ηλικίας των(10) μπορεί να διευκολύνει την Εκκλησία στην οργάνωση και επαναφορά των ομαδικών βαπτίσεων. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η βάπτιση των νηπίων των με υγιή χριστιανική συνείδηση γονέων θα μπορούσε να γίνεται το Μεγάλο Σάββατο, και οι υπόλοιποι θα μπορούσαν να βαπτίζονται στις μέρες, τις οποίες όρισε η Εκκλησία για τέτοιες περιπτώσεις. Η τήρηση αυτής της τάξεως και στις δύο περιπτώσεις θα δημιουργούσε μία πιο φυσική σχέση της βαπτίσεως με την Ευχαριστία, τουτέστιν με την ευχαριστιακή κοινότητα στην οποία εισέρχονται οι νεοφώτιστοι. Αυτή η τάξη θα επανέφερε και στις ακολουθίες αυτών των εορτών, και ειδικώς του Πάσχα, το πρωταρχικό νόημα, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με την παράδοση της βάπτισματικής πράξεως. Η εξασφάλιση αυτής της εκκλησιαστικής ορθοπραξίας θα διευκόλυνε την Εκκλησία στην αντιμετώπιση της τρίτης κατηγορίας, για τους οποίους η βάπτιση αποτελεί κάθε άλλο παρά είσοδο στην Εκκλησία και ένωση με τον Χριστό. Σε μια τέτοια περίπτωση υποθέτουμε ότι πολλοί θα αφήσουν τα παιδιά τους να βαπτισθούν, όταν μεγαλώσουν(11). Με αυτόν τον τρόπο θα ήταν πιο εύκολη η επαναφορά του θεσμού των κατηχουμένων στην Εκκλησία, κάτι το οποίο από την άλλη πλευρά θα είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή της τελετής της βαπτισματικής πράξεως στις ρίζες της. Η σημασία αυτής της επιστροφής για την ποιότητα της εκκλησιαστικής τάξεως και της λατρείας ήδη είναι γνωστή χάρη στην πλούσια ιστορία της αρχαίας Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες. Πιθανώς, κάποιοι ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο θα έχουν την ευκαιρία να βιώσουν την Εκκλησία με ένα νέο τρόπο, άγνωστο μέχρι τώρα σ’ αυτούς.
Είναι αναμφισβήτητο, ότι η σύγχρονη βαπτισματική πράξη δεν ευσταθεί στο πλαίσιο της συντελούμενης λειτουργικής ανανεώσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, είναι σίγουρο ότι η συχνή τέλεση επί μέρους μυστηρίων εν συνδιασμώ με την Θ. Λειτουργία θα προκαλούσε μεγαλύτερα προβλήματα και περιπλοκές. Ενα σημαντικό εμπόδιο θα συνιστούσε η έλλειψη διαθέσεως εκ μέρους των γονέων να δεχθούν η βάπτιση των παιδιών τους να γίνει μαζί με πολλά άλλα παιδιά, επειδή αυτό θα τους δυσχέραινε στο να την βιώσουν ως οικογενιακή εκδήλωση και κοινωνικό γεγονός. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε όμως να οδηγήσει στην εμφάνιση ιδιωτικών βαπτισματικων λειτουργιών. Τέτοιες Λειτουργίες θα ικανοποιούσαν τις τυπικές προβλέψεις, δηλαδή θα τηρούσαν την ακρίβεια της τάξης του μυστηρίου της βαπτίσεως, αλλά από την άλλη πλευρά η Λειτουργία ως γεγονός της συνάξεως θα έχανε τον ουσιαστικό της χαρακτήρα. Ωστόσο, η Λειτουργία θα γινόταν στο επίπεδο της ιδωτικής πράξης μίας μικρής οικογενειακής ομάδος συγκεντρωμένης σε μία οικογενειακή εκδήλωση, και η Θ. Λειτουργία θα αποτελούσε το συνοδευτικό στοιχείο της βαπτίσεως.
Τελικά, έχουμε την γνώμη ότι στην συνεχή αναζήτηση της σωστής λειτουργικής λύσης για την τέλεση του ιερού μυστηρίου της βαπτίσεως, με την οποία η βάπτιση θα αποκτούσε πλήρες και σωστό θεολογικό νόημα, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την πλούσια λειτουργική πείρα της Εκκλησίας, η οποία είναι καρπός της αντιμετώπισης διαφόρων προκλήσεων κατά την διάρκεια πολλών αιώνων. Η Εκκλησία πάντα έβρισκε την καταλληλότερη λύση στις δεδομένες συνθήκες. Η Εκκλησία πάντα επέμεινε με σταθερότητα στην διατήρηση του ουσιαστικού νοήματος και του χαρακτήρος του ιερού μυστηρίου, ενώ οι σχετικές πρακτικές λύσεις εμπεριείχαν το ουσιαστικό και θεολογικό νόημα του ιερού μυστηρίου της βαπτίσεως.
***
Η περίπτωση του ιερού μυστηρίου του γάμου αποτελεί πιο περίπλοκο πρόβλημα για την Εκκλησία, περιπλοκώτερο και της βαπτίσεως, και θα έλεγα περισσότερο και από όλα τα υπόλοιπα ιερά μυστήρια. Το μυστήριο της ζωής και της σωτηρίας του ανθρώπου σε συνδυασμό με την ρύθμιση της κοινωνικής ζωής, αποτέλεσε για την Εκκλησία ιδιαίτερη πρόκληση από τον 10ο αιώνα και εξής. Όταν η Εκκλησία απέκτησε νομικές αρμοδιότητες επί του θεσμού του γάμου, δηλαδή με την ανάληψη της κρατικής εξουσίας πάνω στο γάμο, παρουσιάσθηκαν δυσχέρειες στις σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας και του κοινωνικού θεσμού του γάμου. Συγκεκριμένα οι νομικές αρμοδιότητες της Εκκλησίας πάνω σ’ όλες τις πτυχές του γάμου, μείωσαν σημαντικά, αν δεν έθεσαν πλήρως στο περιθώριο, τον μυσταγωγικό χαρακτήρα του γάμου και την ζωή των συζύγων εν αυτώ. Εδώ πρωτίστως εννοούμε τις δύο αντίθετες προς το εκκλησιαστικό ήθος πτυχές του γάμου που συνδέονται με τις κοινωνικές κοσμικές παραμέτρους του: το διαζύγιο και το δεύτερο γάμο. Ο υποχρεωτικός εκκλησιαστικός γάμος, το διαζύγιο και ο δεύτερος γάμος παρουσιάζονται ως τα κύρια στοιχεία στην εξελικτική διαδρομή της τελέσεως του ιερού μυστηρίου του γάμου, από την περίοδο του 10ου αιώνος μέχρι και σήμερα.
Προτού περάσουμε στην εξέταση της σχέσης της Εκκλησίας με το ιερό μυστήριο του γάμου και της σύγχρονης τελετουργικής πράξεως της Εκκλησίας, μου φαίνεται χρήσιμο να επισημάνουμε μερικές πτυχές, οι οποίες χαρακτηρίζουν αυτό το μυστήριο.
α) Ο γάμος ως φυσική σχέση του άνδρα και της γυναίκας είναι θεσμός του θείου δικαίου, καθώς ο δεσμός των δύο καθιερώθηκε στον παράδεισο, αμέσως μετά την δημιουργία των πρώτων ανθρώπων(12). Ως τέτοιον θεσμό η Εκκλησία αποδέχεται τον γάμο, ως μυστήριο που εικονίζει την σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας, γι’ αυτόν τον λόγο ο Απόστολος Παύλος λέει: «το μυστήριον τούτο μέγα εστίν»(13). Ο μυσταγωγικός δεσμός του άνδρα με την γυναίκα δείχνει την τελική σχέση του Χριστού με την Εκκλησία, «εγώ δε λέγω εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν»(14).
β) Ο γάμος εκ της φύσεώς του είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα ιερά μυστήρια. Στον γάμο, η βιολογική πραγματικότης της κοινής βιοτής και η εσχατολογική αβεβαιότης της προσωπικής σωτηρίας τους καταργούνται. Εν τούτοις αυτό το φαινόμενο διακρίνει το γάμο από τα άλλα μυστήρια και τον καθιστά απολύτως διαφορετικό. Τα άλλα μυστήρια έχουν την πληρότητά τους στα έσχατα, ενώ ο γάμος τελείται χάριν αυτής της ζωής, «εν γαρ τη αναστάσει ούτε γαμούσιν ούτε γαμίζονται»(15).
γ) Οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, είτε θέλουμε να το αποδεχθούμε είτε όχι, παρουσιάζουν τον γάμο στην φυσική-βιολογική του διάσταση. Ενώ τυπικά ο εκκλησιαστικός ή πολιτικός γάμος έχει ως αποκλειστικό σκοπό την νομιμοποίηση είτε ενώπιον του Θεού είτε ενώπιον της κοινωνίας μίας ήδη τελειωμένης σχέσεως εν αγάπη.
Από αυτές τις τρεις αντιλήψεις για το γάμο, πηγάζουν, κατά την γνώμη μας, κατά το πρότυπο της σχέσης αιτίου και αποτελέσματος, η σχέση της Ευχαριστίας και της θείας Λειτουργίας με το μυστήριο του γάμου. Επομένως εν τη Εκκλησία ο γάμος εθεωρείτο ως σχέση ανδρός και γυναικός η οποία εδώ και τώρα παραγματοποιείται με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιεί ο νυμφίος Χριστός την σχέση Του με την νύμφη Του -την Εκκλησία- γινόμενος η κεφαλή του σώματός Του. Η Εκκλησία μέσω αυτής της προοπτικής έβλεπε αυτό το γεγονός αποκλειστικά ως μυστηριακή βίωση των δύο, τους οποίους παραδέχεται και αναγνωρίζει ως συζύγους. Γι’ αυτό το λόγο η Εκκλησία προσεύχεται στην Ευχαριστικακή σύναξη υπέρ αυτών: «Ο Θεός ο άγιος… άρμωσον τον δούλόν σου και την δούλην σου… Σύζευξον αυτούς εν ομοφροσύνη. Στεφάνωσον αυτούς εις σάρκα μίαν», επισημαίνοντας τον μυσταγωγικό χαρακτήρα του γάμου, ο οποίος φανερώνεται στην ευχαριστιακή κοινωνία των συζύγων. Αλλά όταν ο γάμος βιώνεται με πολλούς άλλους τρόπους που δεν τον παρουσιάζουν ως εικόνα του Χριστού και της Εκκλησίας τότε και ο ίδιος τρόπος της τελέσής του προσαρμόζεται σε τέτοιες αντιλήψεις, ενώ στο τέλος έχουμε την ακολουθία του στεφανώματος ως συνέπεια της νομικής ρύθμισης ή ως αρμόζουσα φολκλορική δήλωση.
Εδώ έχουμε παρόμοιες περιπτώσεις όπως και στο ιερό μυστήριο της βαπτίσεως, ωστόσο προκειμένου για το μυστήριο του γάμου οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αυτό εκκοσμικεύθηκε και αλλοιώθηκε περισσότερο από κάθε άλλο. Η εκ νέου τέλεση του ιερού μυστηρίου του γάμου στα πλαίσια της Θ. Λειτουργίας, όσο και να φαίνεται εύκολη υπόθεση, προκαλεί μεγάλα προβλήματα. Κατά την εποχή που ο γάμος ήταν στην αρμοδιότητα της κρατικής αρχής, ο εκκλησιαστικός γάμος δεν είχε σχεδόν κανένα τελετουργικό περιεχόμενο. Πρωταρχικά κατά την μαρτυρία του Ιγνάτιου Αντιοχείας, οι σύζυγοι ενυμφεύοντο «μετά γνώμης επισκόπου»(16), δηλαδή κατά την Ευχαριστιακή σύναξη(17). Η Εκκλησία όταν ανέλαβε την πλήρη αρμοδιότητα επί του θεσμού του γάμου, συνέθεσε μια νέα ακολουθία τελέσεώς του, ανεξάρτητη από την Θ. Λειτουργία. Οι νεόνυμφοι σε τέτοιες περιπτώσεις είχαν την δυνατότητα να μεταλάβουν των προηγιασμένων δώρων, και αν εθεωρούντο ανάξιοι η μετάληψη παρελείπετο. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση, ότι στην χειρόγραφη παράδοση των Ευχολογίων, την οποία εξετάζουμε από τον 8ο μέχρι τον 16ο αιώνα, βρίσκουμε μόνο μία μαρτυρία τελέσεως του ιερού μυστηρίου του γάμου στα πλαίσια της Θ. Λειτουργίας στον κώδικα του Σινά 973 του 10ου αιώνα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις προβλέπεται η τέλεση του γάμου υπό την μορφή της Λειτουγίας των προηγιασμέων δώρων(18). Αυτό το γεγονός μας βεβαιώνει ότι η Εκκλησία ήταν πολύ προσεκτική όσον αφορά στην μετάληψη των νεονύμφων. Η σημερινή μορφή του τελετουργικού του μυστηρίου του γάμου έχει επικρατήσει από τον 16ο αιώνα.
Έχοντας ως σκοπό την ανεύρεση του ορθού τρόπου της τέλεσης του ιερού μυστηρίου του γάμου, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τις συνθήκες, οι οποίες οδήγησαν στις διάφορες μορφές τέλεσης τούτου του μυστηρίου. Η προσπάθειά μας να επιστρέψουμε την τέλεση του γάμου στο πλαίσιο της Θ. Λειτουργίας απαιτεί ανεύρεση των αιτιών που συνέβαλαν στο διαχωρισμό αυτών των δύο μυστηρίων. Η προσωπική μας γνώμη είναι ότι χρειάζεται ο θεσμός του γάμου να επανέλθει στις αρμοδιότητες της πολιτείας, δηλαδή ο εκκλησιαστικός γάμος να εξαρτηθεί από τον πολιτικό γάμο. Δεύτερο σημαντικό σημείο για την ομαλή τέλεση του γάμου εντός της Θ. Λειτουργίας είναι ο απαραίτητος συνδυασμός της γαμήλιας εκδήλωσης με την τέλεση του πολιτικού γάμου και όχι με τον εκκλησιαστικό. Μόνον υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις θα γίνει δυνατή η ομαλή τέλεση του γάμου κατά την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία ή κάποια εορταστική μέρα άνευ δυσκολιών. Κάθε άλλη περίπτωση τέλεσης του γάμου στην Θ. Λειτουργία είναι απαράδεκτη, και δεν βλέπουμε κανένα λόγο για την εφαρμογή οποιασδήποτε μορφής της οικονομίας. Κατά την περίπτωση που οι νεόνυμφοι δεν θα ήταν έτοιμοι να αποδεχτούν την λύση που τους προσφέρει η Εκκλησία, ή δεν θα ήταν έτοιμοι για να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων, τότε δεν υπάρχει καν δυνατότητα τελέσεως του μυστηρίου(19). Η ανυπακοή προς την Εκκλησία και η αναξιότητα της θείας μεταλήψεως, είναι από μόνα τους κολλήματα γάμου. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι νεόνυμφοι μπορούν να τελέσουν τον πολιτικό γάμο, και όταν ετοιμασθούν, τότε να κοινωνήσουν με την Εκκλησία, και τότε ο γαμικός δεσμός τους θα αποκτήσει το μυστηριακό του χαρακτήρα και θα είναι δια του γάμου «κατά Κύριον και μη κατ’ επιθυμίαν»(20).
***
Τελειώνοντας, επανερχόμεθα στο βασικό ερώτημα που τίθεται ενώπιόν μας, και αυτό είναι η σχέση των ιερών μυστηρίων με την Θεία Ευχαριστία. Επειδή η σύγχρονη θεολογική σκέψη τονίζει ότι το κύρος των ιερών μυστηρίων βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον είναι ενεργά και έγκυρα τα ιερά μυστήρια, τα οποία τελούνται εκτός της Θ. Λειτουργίας. Η θεολογική αλήθεια περί της αρρήκτου σχέσεως μεταξύ της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων ιερών μυστηρίων δεν πρέπει αυτομάτως να αποτελεί και βάση τελετουργικού δεσμού. Είδαμε ότι η Εκκλησία έχοντας τέτοια αντίληψη για τα ιερά μυστήρια εύρισκε πάντα διαφόρους τρόπους τελέσεως των μυστηρίων έτσι ώστε να μη μένουν ποτέ εν χάριτι ατελή. Ο καλύτερος τρόπος τελέσεως των ιερών μυστηρίων είναι ο εντός των πλαισίων της Θείας Ευχαριστίας. Είδαμε ότι η αδυναμία της τηρήσεως τέτοιου τυπικού επέτρεπε στην Εκκλησία την χρήση εναλλακτικών λύσεων, όπως η μετάληψη του νεοφωτίστου με τα προηγιασμένα δώρα μετά την τέλεση του μυστηρίου ή η κοινωνία του στην επομένη πρώτη Θ. Λειτουργία. Με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία διατηρούσε την πληρότητα του τετελεσμένου μυστηρίου. Κατά την περίπτωση που ο νεοφώτιστος δεν κοινωνούσε, αλλά θα κοινωνούσε αργότερα, δοθείσης άλλης ευκαιρίας, μετά από μερικούς μήνες ή χρόνια, τότε η βάπτιση «ατελής μένουσα» και «επί το εν του τελεσθέντος ιερουργούσης συναγωγήν»(21).
Ο περιορισμένος χρόνος αυτής της εισήγησης δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε περαιτέρω στο θέμα μας. Ελπίζουμε πως θέσαμε τις βάσεις και δώσαμε τα ερεθίσματα για να ξεκινήσει ο διάλογος. Σας ευχαριστώ πολύ!
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περι εκκλησιαστικής ιεραρχίας, Γ, α , ΕΠΕ 3,366. Παρόμοιες αντιλήψεις έχουν και ο Μάξιμος Ομολογητής, Εις τα του Αγίου Διονυσίου, Γ , Α , ΕΠΕ 14Ε, 362; Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγος Δ, 6, ΕΠΕ 22, 416-417, Συμέων Θεσσαλονίκης, Περί του τιμίου νομίμου γάμου, ΣΗΒ, ΠΓ 155, 512, κ. α.
(2) Μετά την πτώση του κομουνιστικού καθεστώτος στα μέρη των ορθοδόξων λαών ξαφνικά αυξήθηκε ο αριθμός των βαπτισεων των ενηλίκων. Όλα αυτά θύμιζαν την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, όταν με η αλλαγή του κρατικού καθεστώτος (και η χορήγηση της θρησκευτικής ελευθερίας στους χριστιανούς) είχε το αποτέλεσμα της εισέλευσης μεγάλου πλήθους του λαού στην Εκκλησία. Αλλά μετά από μερικά χρόνια, που χαρακτηρίστηκαν από την ευφορία των ομαδικών βαπτίσεων η τάξη του ιερού μυστηριού έπανέρχεται στην «ομαλή κατάσταση».
(3) «Ει τοίνυν εκάστη των ιεραρχικών τελετών ατελής μένουσα, την προς το εν ημών κοινωνίαν και σύναξιν ου τελεσιουργήσει και το είναι τελετή δια το ατέλεστον αφηρημένη», Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας, Γ α , ΕΠΕ 3,366.
(4) Σίγουρα το μικρό βαπτηστήριον δεν χρησιμοποιήθηκε μόνο για βάπτιση των παιδιών, η χρήση του ήταν προσαρμοσμένη και για μικρό αριθμο κατηχουμένων, οι οποίοι βαπτιζόταν στις μέρες τις ορισμένες για την βάπτιση.
(5) Εναλακτικές μέρες για την βάπτιση εμφανίσθηκαν στην Εκκλησία ως εαλλακτική λύση για όσους δεν μπόρεσαν να βαπτισθούν την νύχτα του Μ. Σαββάτου, όπως π.χ. παιδιά, γέροι, άρρωστοι. Την πιο αρχαία μαρτυρία περί του βαπτίσματος την Πεντηκοστή και τα Θεοφάνια έχουμε στον αγ. Γρηγόριο Θεολόγο, Λόγος Μ 24, ΕΠΕ 4, 326.
(6) Όταν θέτουμε το θέμα της δικαιολογημένης βάπτισης των νηπίων πρέπει με ιδιαίτερη προσοχή να αναφερόμαστε στις μαρτυρίες από τις Πράξεις των Αποστόλων 16, 15, όπου γίνεται λόγος για την βάπτιση της Λυδίας και όλης της οικίας της, όπως και στην Α’ Κορ. 1, 16, για την βάπτιση του Στεφανά και όλης οικίας του. Αυτές οι μαρτυρίες χρησιμοποιούνται τακτικά ως πιο ενδεικτική μαρτυρία της βάπτισης των παιδιών , από τις αρχές του χριστιανισμού. Παρότι αυτή η πληροφορία δεν προσφέρει πλήρη και σαφή στοιχεία, εάν κατά την βάπτιση στην οικία της Λυδίας ή του Στεφανά υπήρχαν νήπια, ένα ή περισσότερα, αυτό καθιστά σημαντική μαρτυρία για την πρώτη εποχή όπου το ενδιαφέρον της Εκκλησίας επικεντρωνόταν στην σημασία της πίστης ενός μέλους της οικογένειας, το οποίο εισάγει στην Εκκλησία ολόκληρη οικογένεια. Ένώ αφετέρου η πίστη του προσφέρει στην Εκκλησία την εγγύηση πίστεως ολόκληρου της οικογένειας και έτι περισσότερο των μικρών παιδιών τους. Περισσότερα περί αυτού βλ.: Joachim Jeremias, Infant Baptism in the First Four centuries, London, 1960.
(7) Στην αρχαία Εκκλησία, και ειδικά κατά τους πρώτους δύο αιώνες, μέχρι την σταθερή καθιέρωση του εορτασμού του Πάσχα, οι βαπτίσεις γινόταν στις κυριακάτικες αγρυπνίες. (Βλ. Ιουστίνου, Απολογία Α, 67; Αποστολική Παράδοσις, 20-21, Αιγυπτιακή διάταξις, 45, Κανόνες Ιππολυτου, 19,102 και 106), ενώ κατά τον Τερτυλλιανό το βαπτισμα μπορούσε να τελεσθεί καθ’ όλες τις ημέρες του έτους. (Βλ. Τερτυλλιανού, De baptismo, κεφ. XIX, PL 1, 1222). Είναι σχεδόν σίγουρο ότι κατά την ομαδική βάπτιση μίας οικογένειας μαζί με τους ενήλικους προσερχόταν στην Εκκλησία και τα παιδιά. Περί αυτού μαρτυρούν τα πιο παλαιά λειτουργικό-κανονικά μνημεία: «Πρώτον τα παιδιά βαπτίζετε» (Αποστολική Παράδοσις, 21, SC 11bis, 82; Αιγυπτιακή Διάταξις, 46), «Όσοι αντί των μικρών παιδίων αποκρίνονται, εκδύουσιν αυτά των ενδυμάτων των». (Κανόνες Ιππολύτου, 113; Πρβλ. Testamentum Domini nostri Jesu Christi, II,VIII).
(8) Στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας από το 10ο αιώνα βρίσκουμε σαφή μαρτυρία περί της ξεχωριστής βαπτίσεως των παιδιών από τους γονείς, εκτός της Λειτουργίας, ενώ μόνο οι ενήλικοι βαπτίζονταν στην Λειτουργία. Αυτό το Τυπικό, για την ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου ορίζει «ευθύς μετά την απόλυσιν (της τριτοέκτης) γίνονται εις το βαπτιστήριον το μικρόν τα φωτίσματα υπό του πατριάρχου», ενώ η βάπτιση στο μεγάλο βαπτιστήριον –που σημαινει για τους μεγάλους– τελείται συνδεδεμένη με την Πασχαλινή Λειτουργία.
(9) Εδώ πρέπει να έχουμε υπ’ όψη το μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας των παιδιών, που ίσχυε μέχρι τις μέρες μας, το οποίο συνοδευόταν με το φόβο των γονέων μην πεθάνει το παιδί αβαπτιστο και δεν τύχει σωτηρίας.
(10) Ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος προτρέπει την παράταση της βαπτίσεως των παιδιών μέχρι το τρίτο έτος της ηλικίας, Βλ. Λόγος Μ, 24, ΕΠΕ 4,338.
(11) Την παράταση της βαπτίσεως των παιδιών των ειδωλολατρών πρέσβευε και ο Τερτουλιανός. Περισσότερα περί αυτού βλ. του αυτού De Baptismo, XVIII, 3-6, SC 35, 92,12 – 93,12.
(12) Γεν. 1, 27-28.
(13) Εφ. 5, 32.
(14) Εφ. 5, 32.
(15) Ματθ. 20, 33, Μαρκ. 12, 35, Λουκ. 20, 35.
(16) Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Πολύκαρπον, 5,2, SC 10, 150.
(17) Περί την έκφράσης «μετά γνώμης επισκόπου» του Ιγνατίου και ερμηνείας της ως λειτουργικής σύναξης βλ.: Νέναντ Μιλόσεβιτς, ενθ’ ανωτ., σσ. 142-145, του αυτού, «Evharistijsko bogoslovlje Svetoga Ignatija Bogonosca na primeru tajne braka», στο Vidoslov, αριθ. 42, έτος 14 (2007) σσ. 109-114.
(18) Γι αυτό στις διατάξεις της ακολουθίας του γάμου σχεδόν όλων των χειρογράφων ευχολογίων, και πριν από τηήν ύψωση του προηγιασμένου Αγίου Άρτου επισημαίνεται: «ει δε άξιοι κοινωνήσαι».
(19) Μιλώντας περί του μυστηρίου του ευχέλαιου ο Πάπας Ιννοκέντιος Α’ (402-417) θεωρεί ότι οι μη άξιοι να κοινωνησουν των αχράντων μυστηρίων δεν μπορούν να συμμετέχουν και στα άλλα μυστήρια. Βλ. Epistolae et decreta, XXV PL 20, 559-561.
(20) Ιγνατίου Αντιόχειας, Προς Πολύκαρπον 5, 2.
(21) Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αύτοθι.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο κ. Nenant Milocevic γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1961 στο Leskovac της Σερβίας. Σπούδασε Ορθόδοξη θεολογία στη Σχολή Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου (Σερβία), όπου και έλαβε το πτυχίο του το 1987. Το 1990 απέκτησε το μεταπτυχιακό του τίτλο από τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τέσσερα χρόνια αργότερα, τον τίτλο του Δρ. Θεολογίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο, υποστηρίζοντας διατριβή με θέμα: «Η Θεία Ευχαριστία ως κέντρο της Λατρείας- σύνδεση των ιερών μυστηρίων με τη Θεία Ευχαριστία». Κατά τα έτη 1996-2002 δίδαξε Κανονικό Δίκαιο στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, ενώ από το 2002 είναι Καθηγητής Λειτουργικής θεολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Την περίοδο 1996-2006 διετέλεσε Καθηγητής Λειτουργικής Θεολογίας και Κανονικού Δικαίου στη Σχολή Θεολογίας του Srbinje, Πανεπιστήμιο του Σεράγεβο (Βοσνία-Ερζεγοβίνη). Από το 2007 διδάσκει Ορθόδοξη Λειτουργική Θεολογία στη Σχολή Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Zagreb (Κροατία). Τέλος, υπήρξε εκπρόσωπος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (WCC) από το 1997 έως το 2006.



