π. Αντώνιος Πανακούλας, πτυχιούχος Θεολογίας – Νομικής, εφημέριος Ι. Ν. Αγίου Παντελεήμονος Χαλανδρίου
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2002
Με το πρώτο πλαίσιο αναδεικνύεται ο καθοριστικός παράγοντας του πολεμικού χαρακτήρα της συνάντησης που με τη σειρά του επιδρά στην εξέλιξή της, σε σχέση με την κοινωνική ισχύ του καθενός, που αλλάζει στο χρόνο.
Η ιστορία της σχέσεως Εκκλησίας και κράτους στην Ελλάδα διαιρείται σε τρεις περιόδους 1833-1874, 1874-1974 και 1974 κ.ε. Η πρώτη και η Τρίτη είναι περίοδοι συγκρούσεως, ενώ η δεύτερη ενότητας και συμπόρευσης. Η διαπίστωση αυτή μας βοηθάει να ερμηνεύσουμε στάσεις και τακτικές εκατέρωθεν. Η αντίδραση της Εκκλησίας κατά την πρώτη περίοδο οδηγεί το κράτος σε συγκρότηση συγκεκριμένης ιδεολογίας με την οποία ερμηνεύεται το παρελθόν και ορίζονται μελλοντικοί στόχοι. Η ιδεολογία αυτή γίνεται αποδεκτή από την Εκκλησία και άξονας της συμπόρευσης στη μεσαία περίοδο. Η συμπόρευση αυτή, που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κράτους και ερμηνεύεται από την Εκκλησία με όρους του παρελθόντος μεσαιωνικού παραδείγματος, δημιουργεί προβλήματα στην εφαρμογή της νεωτερικότητας και αναστέλλει το χωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Στην Τρίτη περίοδο από το 1974 κ.ε., επειδή έχουν ήδη εκλείψει οι ανάγκες του κράτους που είχαν οδηγήσει στη συμπόρευση και έχει μειωθεί η κοινωνική ισχύς της Εκκλησίας, αναδύεται και πάλι η σύγκρουση των δύο φορέων για να πιστοποιήσει τις εγγενείς διαφορές Ορθοδοξίας και Νεωτερικότητας.
Η αντίδραση της Εκκλησίας στην επέλαση της νεωτερικότητας εντάσσεται στο γενικό φαινόμενο του Συντηρητισμού, στην προσπάθεια δηλαδή για ανάσχεση της αποσύνθεσης του μεσαιωνικού κόσμου η οποία γέννησε τη νεωτερικότητα. Ο Συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο συνδέεται με τη διαδικασία της νεωτερικότητας και εξαντλείται στα όριά της. Επομένως και η αντίδραση της Εκκλησίας σ’ αυτήν δεν αποτελεί μόνινο ή, ακόμα περισσότερο, συστατικό στοιχείο της Ορθοδοξίας. Παρά τις σοβαρές επιδράσεις της στη θεολογία και τον έντονο χρωματισμό που έδωσε στην πρακτική της, δεν δεσμεύει την Εκκλησία και δεν ερμηνεύει δεσμευτικά την παράδοσή της.
Η νεωτερικότητα και μάλιστα στο παράδειγμα της σχέσεως Εκκλησίας και κράτους, έδειξε με τον οδυνηρότερο για την Εκκλησία τρόπο, το αδύνατο ταύτισης της Εκκλησίας με συγκεκριμένη ιστορική εποχή. Όσο δηλαδή είναι απαραίτητο για την Εκκλησία να μεταφράζει το μήνυμά της στη γλώσσα κάθε εποχής, άλλο τόσο είναι απαραίτητο να αναγνωρίζει και την αλλαγή των εποχών για να διατηρεί ανόθευτη και ζωντανή τη μαρτυρία της.
Με δεδομένα τον πολιτισμό και τη γλώσσα της νεωτερικότητας, τη μετεξέλιξη του νεωτερικού κράτους και την αποστολή του, η Εκκλησία υποχρεώνεται σε αναζήτηση του ρόλου της, εάν θέλει να μείνει πιστή στην Αλήθεια της και σε συνέχεια με τις γόνιμες περιόδους της ιστορίας της



