Περισσοτερα

    Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Από το Έθνος στην πραγματικότητα της ανοικτής Κοινωνίας

    Ιωάννης Πέτρου, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο ΑΠΘ

     

    Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2002

     

    Η σχέση της Εκκλησίας με το Εθνος είναι ένα θέμα που μπορεί να εξεταστεί θεολογικά, κοινωνικοϊστορικά και κοινωνιολογικά. Στην εισήγηση αυτή εξετάζεται πρώτα αν δικαιολογείται θεολογικά η σχέση Εκκλησίας και έθνους, κατόπιν παρουσιάζεται κοινωνικοϊστορικά τι συνέβη στο πλαίσιο της νεοελληνικής ιστορίας, ποια σχέση είχε η Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεσμός και η θρησκεία ως πολιτισμικός παράγοντας με το έθνος και την εθνική ιδεολογία, και ένα η έννοια του έθνους είχε συνεχώς την ίδια σημασία και τον ίδιο ρόλο. Τέλος, αναφέρονται ορισμένες προϋποθέσεις για τη δράση της Εκκλησίας μέσα στην πραγματικότητα της σύγχρονης κοινωνίας.
    Είναι δεδομένο ότι το έργο της Εκκλησίας προσδιορίζεται θεολογικά και πραγματοποιείται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.

    Ο Θεός, όπως λέγεται, στις Πράξεις των Αποστόλων, δημιούργησε “παν έθνος ανθρώπων εξ ενός αίματος” με σκοπό να κατοικούν οι άνθρωποι σε όλη τη γή. Αυτό σημαίνει ότι για τον Θεό όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αφού έχουν κοινή φύση. Αποστολή της Εκκλησίας είναι να καταστήσει όλους τους ανθρώπους συμμετόχους της επαγγελίας του Χριστού. Γι’ αυτό ο Χριστός απέστειλε τους μαθητές τους να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλον τον κόσμο. Από αυτά εξάγεται η οικουμενική διάσταση του έργου της Εκκλησίας. Η οικουμενικότητα σημαίνει ότι πρώτιστο και κύριο ενδιαφέρον της Εκκλησίας είναι αδιάκριτα όλοι οι άνθρωποι και όχι η διαφύλαξη εθνών και ιδιαιτέρων ταυτοτήτων. Για την επιτυχία του έργου αυτού ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποίησε το κοινό πολιτισμικό μέσο της εποχής του, την ελληνική γλώσσα. Στόχος του, ευνόητα, δεν ήταν η ανάδειξη της ελληνικής γλώσσας αλλά η διάδοση του Ευαγγελίου. Αυτά αποτελούν τα θεολογικά κριτήρια με βάση τα οποία η Εκκλησία πρέπει να αναστοχάζεται και να προσδιορίζει το έργο της.
    Τι συνέβη όμως στην νεοελληνική πραγματικότητα; Οι ιδέες του Διαφωτισμού έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ελληνική εθνεγερσία που είχε ως στόχο την απαλλαγή από τον αλλοεθνή δυνάστη. Βγαίνοντας από μια θρησκευτικού χαρακτήρα αυτοκρατορία χρησιμοποίησαν αρχικά την θρησκευτική ταυτότητα για να διακρίνουν τον Χριστιανό από τον Μουσουλμάνο. Γρήγορα όμως κατέστη αναγκαία η χρησιμοποίηση και του διακριτικού γνωρίσματος της πάτριας γλώσσας, για να διακριθεί ο Έλληνας από τον αλλοεθνή, που όμως ήταν ορθόδοξος θρησκευτικά. Το κράτος – έθνος που δημιουργήθηκε ενδιαφέρθηκε μέσω της εκπαίδευσης για την εθνική συγκρότηση του λαού που αντιστοιχούσε σε αυτό. Ενώ η έξωθεν αμφισβήτηση της ελληνικότητας του οδήγησε στη χρήση του κριτηρίου της ιστορίας που εκφράστηκε με το τρίπτυχο αρχαίος ελληνισμός – βυζάντιο- νέος ελληνισμός.
    Η θεσμική Εκκλησία ζήτησε μόλις συγκροτήθηκε η πρώτη προσωρινή διοίκηση να παρεδρεύει όπου και εκείνη. Δεν ευσταθεί η αντίληψη ότι η Εκκλησία υποτάχθηκε στο κράτους από τους Βαυαρούς. Η ίδια θεσμική Εκκλησία ήθελε να είναι τμήμα του κρατικού μηχανισμού. Έτσι συνδέθηκε με τη διαδικασία ολοκλήρωσης του κράτους – έθνους, στην οποία έπαιξαν βασικό ρόλο η εθνική ιδεολογία και η Μεγάλη Ιδέα, που περιείχε εκτός των πολιτικών και θρησκευτικά στοιχεία.
    Η αμφισβήτηση της σημασίας της θρησκείας από τα μέσα του 19ου αιώνα οδήγησε την Εκκλησία να χρησιμοποιήσει δυτικά απολογητικά μοντέλα και να μιλήσει για την προσφορά της στη διάσωση του έθνους. Είναι, όμως, βέβαιο ότι στην Τουρκοκρατία δεν ενδιέφερε η ιδιότητα του Ελληνα, αλλά εκείνη του Χριστιανού. Η Μεγάλη Ιδέα έκλεισε επίσημα τον κύκλο της το 1923. Ωστόσο, θρησκευτικοί κύκλοι συνέχισαν να την καλλιεργούν με την προοπτική της αναγέννησης της ελληνικής κοινωνίας, ιδίως μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
    Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά, αφενός με τον παγκόσμιο διπολισμό, τον ψυχρό πόλεμο και τα δύο αντιτιθέμενα κοινωνικοπολιτικά συστήματα , και αφετέρου με την εγκαθίδρυση του κράτους της εθνικοφροσύνης μετά το τέλος του εμφυλίου, οδήγησε σε μια διαφορετική κατανόηση του έθνους. Ενώ στην πρώτη φάση κατανοήθηκε σε αντιπαράθεση με το έξω, τώρα στράφηκε προς τα μέσα, λειτούργησε διχαστικά και συνδυάστηκε με ένα είδος αυταρχικής διακυβέρνησης, που πολιτικά κατέληξε στη δικτατορία του ’67. Στο οικονομικό όμως πεδίο η Ελλάδα στράφηκε βαθμιαία στις αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας. Η θεσμική Εκκλησία λόγω των σχέσεών της με το κράτος συνδέθηκε και με την κατάσταση αυτή, ενώ η προστασία της θρησκείας δήλωνε συμβολικά τη διαφοροποίηση από το ανατολικό σύστημα. Η ελληνική κοινωνία, όμως, μεταβλήθηκε, βαθμιαία, ακολουθώντας τις φιλελεύθερες ιδέες της νεωτερικότητας, αντέδρασε έντονα στην αυταρχική κυβέρνηση και επιζήτησε την απαλλαγή από τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της, την εθνικοφροσύνη και το διχασμό. Αυτά αποτυπώθηκα στο Σύνταγμα του ’75 με την χρήση της εκκοσμικευμένης έννοιας του λαού. Παράλληλα, η αδυναμία προσαρμογής της θεσμικής Εκκλησίας στη νεωτερικότητα και ο εκμοντερνισμός της κοινωνίας, οδήγησαν την Εκκλησία σε δυσχέρεια. Το επιχείρημα της προσφοράς στο έθνος δεν είναι πλέον ισχυρό για να διαφυλάξει τη σχέση των ανθρώπων μαζί της.
    Στη δεκαετία του ΄90 μετά την κατάλυση του παγκόσμιου διπολισμού δημιουργείται παγκόσμια, μια νέα κοινωνική κατάσταση που περιγράφεται ως ύστερη νεωτερικότητα. Η κατάσταση αυτή βρίσκει την Ελλάδα ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα, το άνοιγμα της ελληνικής κοινωνίας, ο πολιτιστικός πλουραλισμός, οι μετακινήσεις των πληθυσμών και η υπενθύμιση της ύπαρξης άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο του εθνικού σώματος δημιουργούν μια νέα κατάσταση για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
    Τώρα αν δεν την ευνοεί η σύνδεσή της με το έθνος με όποιο τρόπο κι αν κατανοηθεί αυτό. Αντίθετα, ανοίγεται μπροστά της η οικουμενική προοπτική. Παράλληλα όμως είναι υποχρεωμένη να κινηθεί σε μια ανοικτή κοινωνία και να σεβαστεί τους νέους όρους που δημιουργεί αυτή. Ως πραγματικό γεγονός η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν καλύπτει το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας. Η προστασία της ελευθερίας, της θρησκευτικής συνείδησης σημαίνει ότι η θρησκευτική ταυτότητα είναι προσωπική υπόθεση και όχι υποχρέωση που επιβάλλεται από το κράτος και η θρησκευτική κοινότητα είναι εθελοντική. Το κράτος οφείλει να διασφαλίζει απλώς την απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος του θρησκεύεσθαι. Τέλος, η οικουμενική προοπτική καλεί την Εκκλησία να εργασθεί για τη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων. Η συμφιλίωση όμως, δεν επιτυγχάνεται με παραστάσεις εχθρών και στρατηγικές μάχες. Επιτυγχάνεται μέσα από την ειρηνική κατανόηση του κόσμου και των σχέσεων των ανθρώπων και τη συνειδητή επιδίωξή τους.

    Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλουhttp://dev.acadimia.org
    Ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία.

    Μπορεί να σας ενδιαφέρουν

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου: «Ταυτότητες υπό αμφισβήτηση. Ζητήματα για την...

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣ...

    2o Διεθνές Συμπόσιο Ψαλτριών – 2ο Φεστιβάλ Γυναικείων Χορών

    2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΨΑΛΤΡΙΩΝ «ΓΥΝΑIΚΕΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚH ΤEΧΝΗ» 2o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΟΡΩΝ «Η ΑΓΙΑ ΚΑΙΚ...

    Σχετικά άρθρα

    Advertismentspot_img

    Τελευταία άρθρα

    Γραφτείτε στο Newsletter μας!

    Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα συνέδρια, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές διαλέξεις και τις νέες εκδόσεις της Ακαδημίας κάνετε εγγραφή στο Newsletter μας