Περισσοτερα

    Λαϊκοί στην Κοινωνία των Αγίων και πολίτες στην Κοινωνία των Πολιτών

    Κ. Ζορμπάς, Δρ Θεολογίας, Κοινωνιολόγος

     

    Σάββατο 16 Απριλίου 2005

     

    Λαϊκοί στην κοινωνία των αγίων
    Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, η σημασία και η ενότητα της «κοινωνίας των αγίων», είναι το αποτέλεσμα της μυστηριακής ζωής, που βιώνεται στον τόπο της Εκκλησίας και οδηγεί στη βασιλεία των Ουρανών, από τη στιγμή που ο πιστός λαμβάνει «τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος». Αυτή η λατρεία, η «λογική λατρεία» στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, εκφράζει την τελειότητα της «κοινωνίας των αγίων» (communio sanctorum), ως αποτέλεσμα της προέκτασης της ευχαριστιακής σύναξης.

    Η λατρευτική σύναξη πρέπει να επιβεβαιώνει καθημερινά ότι η λειτουργία της ενεργοποιείται όχι μόνον από την πρόσκληση στην τράπεζα του «θεϊκού άρτου», αλλά και από την τράπεζα του καθημερινού «επιούσιου άρτου».

    Μέσα στο χώρο της ευχαριστιακής σύναξης τα μέλη της κοινότητας αντιλαμβάνονται πλήρως

     τα κοινωνικά προβλήματα ως προσωπικά προβλήματα και επιδιώκουν τη λύση τους με πνεύμα αλληλεγγύης, καταλλαγής και αγάπης. Η ευχαριστιακή σύναξη είναι ανοικτή προς όλους ανεξάρτητα από το φύλο, την κοινωνική ή την οικονομική θέση, ή ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας βιώνει το εκκλησιαστικό ήθος. Το αποτέλεσμα αυτής της εκκλησιαστικής κοινωνίας είναι η δημιουργία μιας πραγματικής κοινωνίας χωρίς καταναγκασμούς και συμβατικότητες.

    Σ’ αυτή την εορταστική λειτουργική ατμόσφαιρα γίνονται βαθύτερες και μονιμότερες οι διαπροσωπικές σχέσεις, «απαλύνονται τα πάθη, χαλαρώνουν οι εντάσεις, αποτρέπονται οι υπολανθάνουσες συγκρούσεις, ασκείται η συγγνώμη, τονώνεται η καταλλαγή, εδραιώνεται η ειρήνη».

    Αυτό κάνει την τοπική κοινότητα να συμπίπτει με την εκκλησιαστική κοινότητα. Η Εκκλησία γίνεται τόπος πρόσληψης των προβλημάτων και των αγωνιών του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά ως ιδιαίτερη αξία και επιδιώκεται η λύση των προβλημάτων αυτών, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αποτέλεσμα να δημιουργούνται ποικίλες συλλογικές δραστηριότητες. Η εκκλησιαστική κοινότητα ανέδειξε αλλά και ενεθάρρυνε ποικίλες μορφές αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης μέσα από τις λεγόμενες «συσσωματώσεις», κυρίως στον τομέα των συντεχνιών και των συνεταιρισμών.

    Πολίτες στην κοινωνία των πολιτών
    Στη Λευκή Βίβλο αναφέρεται ότι η κοινωνία των πολιτών (ΚΠ) περιλαμβάνει ποικίλους κοινωνικούς εταίρους. Ο όρος είναι σχετικά νέος και χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα ως μετάφραση του αγγλικού όρου ‘civil society’. Η ΚΠ, εάν και δεν ορίζεται, αποτελεί σίγουρα ένα συμπλήρωμα του Κράτους, διαμέσου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), που προσπαθούν να σταθούν απέναντι στα μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά, οικολογικά ή άλλα προβλήματα.

    Ο όρος ΚΠ χρησιμοποιείται ευρέως στη Λευκή Βίβλο. Το περιεχόμενό του ορίζεται ως εξής: «Η κοινωνία των πολιτών περιλαμβάνει συνδικαλιστικές ενώσεις και οργανώσεις εργοδοτών (“κοινωνικοί εταίροι”), κυβερνητικές οργανώσεις, επαγγελματικά επιμελητήρια, φιλανθρωπικές οργανώσεις, οργανώσεις λαϊκής βάσης, οργανώσεις στις οποίες πολίτες συμμετέχουν υπό ιδιόμορφες καταστάσεις στην τοπική και δημοτική ζωή, εκκλησιαστικές και θρησκευτικές κοινότητες».

    Έτσι, οι οργανώσεις της ΚΠ αποτελούν τις κύριες δομές της κοινωνίας εκτός της δημόσιας διοίκησης και θεωρούνται ως «τρίτος τομέας», που σαφώς διαφοροποιείται από το Κράτος και την οικονομική αγορά.

    Το περιεχόμενο της έννοιας ΚΠ θα μπορούσε να έχει πολύ μεγάλη σημασία για τις Εκκλησίες κυρίως όταν τίθενται ερωτήματα: Πρώτον, υπάρχουν κάποιες αξίες στην ΚΠ που μπορούν να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες αξίες της Εκκλησίας; Δεύτερον, η ύπαρξη της ΚΠ έγινε άραγε αιφνίδια στην κοινωνία μας ή προϋπήρχε; Τρίτον, τι ήταν που ανάγκασε τη δημιουργία της και δεν μπόρεσε να το συμπληρώσει η Εκκλησία;

    Η θέση του κράτους πρόνοιας μετακινείται προς τον «τρίτο τομέα», ο οποίος αναπτύσσει παράλληλα και τον εθελοντισμό. Ο εθελοντισμός ως εκδήλωση «αγαθού βίου» ή ως σχέση αυτονομίας μεταξύ πολιτείας και ενεργών πολιτών δημιουργεί, σε αντιπαράθεση με το «σώμα της Εκκλησίας», το «σώμα των πολιτών». Είναι αλήθεια ότι αυτά τα δύο σώματα στα πλαίσια των ενεργών δυνατοτήτων τους (διακονία–εθελοντισμός) λειτουργούν σε ένα κοινό πλαίσιο σεβασμού προς τους κανόνες της κοινωνίας που δεν επιβάλλεται αλλά και ούτε προάγεται από κάποιες διοικητικές αρχές.

    Η εμφάνιση του εθελοντισμού στην Ελλάδα οφείλεται σε πολλούς λόγους: η μετακίνηση των κατοίκων από την αγροτική περιοχή προς τα νέα αστικά κέντρα, η άνοδος της αστικής τάξης, η διάδοση των πολιτικών δικαιωμάτων κ.ά. Αυτά τα στοιχεία σημειώνει ο Χρ. Κουλούρης αποτελούν «τα χαρακτηριστικά μιας νέας νεωτερικής κοινωνικότητας σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή, που χαρακτηρίζονταν από το άτυπο, ιδιωτικό και ανοργάνωτο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η παρουσία τυπικών μορφών κοινωνικότητας ακυρώνει την ύπαρξη, παράλληλα, άτυπων μορφών, όπως είναι για παράδειγμα το καφενείο ή, στο χωρίο και τη γειτονιά, το κουρείο».

    Οι σημερινές μορφές εθελοντικών οργανισμών αποτελούν νέες μορφές συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια σφαίρα. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες κοινωνικές και ανθρωπολογικές έρευνες, οι μάζες είχαν ενσωματωθεί στην πολιτική μέσω του πελατειακού συστήματος το οποίο, μέχρι την πτώση της δικτατορίας, είχε εξατομικευμένη μορφή. Μετά την μεταπολίτευση του 1974, οι μάζες δεν κοινωνικοποιούνται μέσα από τις διάφορες «συσσωματώσεις παρά μόνο μέσα από τις κομματικά ελεγχόμενες οργανώσεις (συνδικαλιστικές, φοιτητικές κ.λπ.)».

    Από τα μέσα του 1980 παρατηρείται μια σταδιακή μείωση του ενδιαφέροντος των ελλήνων προς την πολιτική, ενώ στη δεκαετία του 1990, αξιολογώντας τους πολιτικούς θεσμούς, οι έλληνες ήταν περισσότερο επιφυλακτικοί με τα πολιτικά κόμματα με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί μια μεγάλη δύναμη στις διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

    Η παρακμή όμως του συνδικαλιστικού κινήματος και η απομάκρυνση των πολιτών από τα πολιτικά κόμματα ήταν διαρκής και σταθερή μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η ιδιομορφία του εθελοντισμού, με πολλά στοιχεία της ορθόδοξης αλληλεγγύης και της συνεργασίας, βοήθησε στην ίδρυση και των ανάπτυξη νέων εθελοντικών οργανώσεων στις αστικές κοινωνίες. Η κατανομή των νέων αυτών εθελοντικών οργανώσεων, στις αστικές κοινωνίες, γίνεται με τις πολιτιστικές, περιβαλλοντικές ή αθλητικές οργανώσεις, τους τοπικούς συλλόγους, τους εξωραϊστικούς συλλόγους, κλπ.

    Μεταξύ Εκκλησίας και κοινωνίας
    Η χριστιανική ανθρωπολογία ενώ διακρίνει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα, αναγνωρίζει παράλληλα και την ανθρώπινη ταυτότητα που επεξεργάζεται, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συμβόλων, τις δομές της κοινωνίας. Οι άνθρωποι μπορούν να ομολογούν την πίστη στο Θεό, μέσω των λατρευτικών συνάξεων αλλά, η σχέση τους με το Θεό αποκαλύπτεται μέσα από αυτό που αγαπούν και λατρεύουν περισσότερο, τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η εκκλησιολογία συνυφαίνεται με την ανθρωπολογία.

    Σ’ αυτήν, λοιπόν, την ατμόσφαιρα της αγάπης προς τον κάθε άνθρωπο και προς τον πλησίον δεν είναι δυνατόν να μιλάμε μόνο για τη διακονία που αναφέρεται σε μια απλή ελεημοσύνη ή την επίσκεψη σε Ιδρύματα, μια φορά τον χρόνο, για να επιτελέσουμε το καθήκον μας. Αυτό θα μετέτρεπε την ίδια την Εκκλησία σε μια κοινότητα ανθρώπων που βλέπουν την ενορία ως ένα απλό καταφύγιο. Θα είχαμε μετατραπεί σε ένα «Κλάμπ», σε θαμώνες καφενείου, όπου κάποιοι πάνε να πιουν τον καφέ τους και μετά χάνονται. Τότε ζούμε αποκλειστικά την ενοριακή μας ουτοπία αφού «Unus Chistianus nullus Christianus». Η διακονία του πόνου εκφράζεται σε μόνιμη και συνεχή διακονία που πηγάζει από την ίδια μας την πνευματική ζωή και από το βαθμό της λειτουργικής μας εμπειρίας.

    Μέσα από την θεολογική αυτή προσέγγιση του διακονικού έργου της Εκκλησίας είναι εύστοχη η απορία πολλών για το εάν οι Εκκλησίες μπορούν να ενταχθούν στην ΚΠ. Οι πολλαπλές προκλήσεις που δέχεται σήμερα η Εκκλησία επαναφέρουν και πάλι στο προσκήνιο τον προβληματισμό για τη φύση της ίδιας της Εκκλησίας. Η εκκλησιολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσδιορίζει τα όρια μέσα από τα οποία οι πιστοί μπορούν να αυτο-προστατευθούν, ενώ την ίδια στιγμή μάς τοποθετεί απέναντι σε κάθε τι το νέο, δίδοντας σημασία στην αξία του ανθρωπίνου προσώπου, ως μέλος αναγεννημένο και μεταμορφωμένο από τα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας.

    Η «λειτουργία μετά τη Λειτουργία», όπως αναπτύχθηκε από τον Ρουμάνο Ion Bria, αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ζωής της Εκκλησίας. Για να μπορέσει να γίνει πραγματικότητα απαιτεί:

    1. Μια συνεχή επαναβεβαίωση της αληθινής χριστιανικής ταυτότητας που πρέπει να ανανεώνεται καθημερινά μέσα στην ευχαριστιακή κοινωνία.

    2. Η ευχαριστιακή κοινωνία διευρύνεται σε νέα περιβάλλοντα, όπου οι Χριστιανοί ζουν και εργάζονται και μπορούν δημόσια να ασκήσουν τη μαρτυρία και τη λατρεία τους.

    3. Η λειτουργική ζωή δεν τροφοδοτεί μόνο τη χριστιανική ζωή στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά και στη δημόσια και πολιτική σφαίρα. Κανείς δεν μπορεί να διαχωρίσει την αληθινή χριστιανική ταυτότητα από την προσωπική αγιότητα και την αγάπη του προς τον συν-άνθρωπο (Α’ Πέτρ., 1:14-15).

    Η ενότητα και η κοινωνία μας με το Θεό είναι πρώτιστα μια πράξη της πίστης που πραγματοποιείται από τον Θεό. Αυτή η κοινωνία για να είναι συνεχής και πραγματοποιημένη στην ιστορία χρειάζονται τρία βασικά στοιχεία: την ακρόαση του θείου λόγου, τη θεία Ευχαριστία και μια ζωή στραμμένη προς τον πλησίον. Αυτοί οι τρεις μυσταγωγικοί τρόποι κοινωνίας με το Θεό, ως αλληλοεξαρτώμενες έννοιες, δεν μπορούν να χωριστούν μεταξύ τους χωρίς τη διαστρέβλωση του ήθους και της ταυτότητας της χριστιανικής Εκκλησίας.

    Το «μυστήριο του αδελφού», όπως εκφράσθηκε στη βιβλική και πατερική σκέψη, αποτελεί μια πνευματική θυσία και προσφορά, έξω από τα λατρευτικά όρια, προς κάθε δημόσια δράση. Για να υπάρχει σύμπτωση μεταξύ πίστης, λατρείας και ζωής πρέπει η Ορθοδοξία να συλλάβει εκ νέου την εσωτερική ενότητα μεταξύ της λειτουργίας, της αποστολής, της μαρτυρίας και της κοινωνικής διακονίας, που της προσέφεραν τον δημοφιλή χαρακτήρα και την ιστορική ζωτικότητά της. Με “τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία”, η Εκκλησία, βεβαιώνει την κοσμική διάσταση του γεγονότος της σωτηρίας και βάζει σε εφαρμογή, καθημερινά και υπαρξιακά, την ιεραποστολική κλίση της. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή και η εργασία πρέπει να στραφούν όχι σε μια αφηρημένη και θεωρητική πρακτική, αλλά στην ορθο-πρακτική, δηλαδή τη διακονία των χριστιανών. Είναι ανεπαρκής η διακονία όταν περιορίζεται σε σχέσεις εξάρτησης και δεν μπορεί να έχει δημιουργικές λειτουργίες μέσα στην κοινωνία.

    *Ο κ. Κων. Β. Ζορμπάς, συντονιστής του Καλοκαιρινού Προγράμματος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, γεννήθηκε το 1959 στη Λάρισα. Έλαβε το Πτυχίο Πολιτικών Επιστημών (Στρασβούργο, 1981), Κοινωνιολογίας (Καθολικό Ινστιτούτο, 1987) και Θεολογίας του Αγίου Σεργίου (1987). Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού και στην Ποιμαντική Κοινωνιολογία και εργάσθηκε ως ερευνητής στο CNRS υπό την διεύθυνση των καθηγητών Daniel Leger, A. Rochefor-Turquin και Jean Seguy. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και στον Τομέα Ηθικής και Κοινωνιολογίας, απ’ όπου το 1996 έλαβε το Διδακτορικό Δίπλωμα. Έχει δημοσιεύσει κοινωνιολογικές και θεολογικές μελέτες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και έχει συμμετάσχει σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Έχει λάβει ενεργό μέρος με εισηγήσεις και παρεμβάσεις στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω διαφόρων Επιτροπών του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, καθώς και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Έλαβε μέρος σε πολλές διορθόδοξες και διεκκλησιαστικές αποστολές και είναι μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής των Ακαδημιών της Ευρώπης. Από το 1998 υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκκλησιαστική Εκπαίδευση, είναι επισκέπτης Καθηγητής στο Μεταπτυχιακό του Βιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου διδάσκει το Μάθημα της Βιοηθικής, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2004 τοποθετήθηκε από την Ιεραρχία της Εκκλησίας Διευθυντής του «Παρατηρητηρίου Κοινωνικών Φαινομένων» της Εκκλησίας της Ελλάδος, που φιλοξενείται στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος.

    Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλουhttp://dev.acadimia.org
    Ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία.

    Μπορεί να σας ενδιαφέρουν

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου: «Ταυτότητες υπό αμφισβήτηση. Ζητήματα για την...

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣ...

    2o Διεθνές Συμπόσιο Ψαλτριών – 2ο Φεστιβάλ Γυναικείων Χορών

    2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΨΑΛΤΡΙΩΝ «ΓΥΝΑIΚΕΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚH ΤEΧΝΗ» 2o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΟΡΩΝ «Η ΑΓΙΑ ΚΑΙΚ...

    Σχετικά άρθρα

    Advertismentspot_img

    Τελευταία άρθρα

    Γραφτείτε στο Newsletter μας!

    Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα συνέδρια, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές διαλέξεις και τις νέες εκδόσεις της Ακαδημίας κάνετε εγγραφή στο Newsletter μας