Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη
Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07
Ισλαμισμός και Εθνικισμός
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2007)
Δημήτριος Σταματόπουλος
Η δυναμική επανεμφάνιση εκδηλώσεων του θρησκευτικού φαινομένου μέσα σε συνθήκες πολιτισμικής και οικονομικής παγκοσμιοποίησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κυρίως μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», μας κάνει να σκεφτούμε εάν θέλετε βαθύτερα πάνω στο ιστορικό πρόβλημα συνύπαρξης ή ανταγωνισμού των θρησκειών -και κυρίως των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν όλες τους στη γεωγραφική περιοχή της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου.
Είτε στην περίπτωση της ανάλυσης των θρησκευτικών «φονταμενταλισμών» στην περιφέρεια και την ημιπεριφέρεια είτε στην περίπτωση των θεωρητικών προσεγγίσεων που διαπραγματεύονται το θρησκευτικό πεδίο ως αναπόσπαστο τμήμα της «κοινωνίας των πολιτών» στις χώρες της μεταβιομηχανικής Δύσης, η επανεξέταση του ρόλου της θρησκείας στις σχέσεις της με το κοινωνικό (και την ιστορία του) εμφανίζεται ως επιτακτική.
Ο στόχος της διάλεξης θα είναι να εξετάσει τις προϋποθέσεις (ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές) που καθόρισαν τη συσχέτιση του Ισλάμ με τη σύγχρονη ιδεολογία του εθνικισμού στο χώρο των Βαλκανίων, της Μέσης Ανατολής και των πρώην δημοκρατιών της Σοβιετικής Ένωσης, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.
Αναλύονται συγκεκριμένα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέστηκε η ίδρυση εθνικών κρατών σε έναν ευρύ χώρο ο οποίος καλύπτεται από μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ως εκ τούτου η ανάλυση θα επικεντρωθεί σε ζητήματα ανάπτυξης των εθνικών κινημάτων στο χώρο που κάλυπτε η Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, ο οποίος σήμανε και την διάλυσή της. Κυρίως θα μας απασχολήσουν τα φαινόμενα του τουρκικού εθνικισμού μετά την εγκαθίδρυση του κεμαλικού καθεστώτος (η εκδοχή του «κοσμικού Ισλάμ»), του αραβικού εθνικισμού, όπως αυτός αποκρυσταλλώθηκε μετά το 1947 και τις συγκρούσεις των αραβικών κρατών με το νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ (η εκδοχή του «έθνους-Umma»), αλλά και των προσπαθειών να συνδεθεί η ισλαμική θρησκευτική ταυτότητα με νέες εθνικές είτε στο χώρο των Βαλκανίων (π.χ. Βοσνία), είτε σε αυτόν της Μέσης Ανατολής (π.χ. Κούρδοι). Η επέκταση της ανάλυσης αναγκαστικά θα συμπεριλάβει το φαινόμενο του ισλαμικού φονταμενταλισμού, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την έκρηξη και επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης, μέχρι και τις μέρες μας, με άξονα την ανάλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος.
Το 1993 σε ένα διάσημο άρθρο του ο γνωστός αμερικανός πολιτειολόγος Samuel Huntington στο περιοδικό Foreign Affairs ισχυρίστηκε ότι μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του κόσμου που εκπροσωπούσε θα συνέβαινε κάτι συνταρακτικό: οι πόλεμοι πλέον που θα διεξάγονταν στο μέλλον δεν θα διεξάγονταν πλέον με βάση ιδεολογικά κριτήρια (όπως για παράδειγμα η σύγκρουση Φιλελευθερισμού και Κομμουνισμού που σημάδεψε τον 20ο αιώνα) αλλά θα ήταν πόλεμοι πολιτισμικοί, θα διεξαχθούν δηλαδή μεταξύ κρατών και κοινωνιών που εκπροσωπούν διαφορετικά πολιτισμικά παραδείγματα. Το ενδιαφέρον όσο και προβληματικό σημείο στην επιχειρηματολογία αυτή είναι ότι ο Huntington θεωρούσε ως πυρήνα των πολιτισμών τη θρησκεία.
Το άρθρο του Huntington έγινε βιβλίο με τον ίδιο τίτλο «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών» και οι εξελίξεις στο θέατρο των παγκόσμιων συγκρούσεων φάνηκαν να δικαιώνουν τον αμερικανό αναλυτή: η πολεμική σύρραξη στη Γιουγκοσλαβία μεταξύ Σέρβων Ορθοδόξων, Κροατών Καθολικών και Βοσνίων Μουσουλμάνων, η αντιπαράθεση του Μουσουλμανικού Πακιστάν με την Ινδουϊστική Ινδία, το Παλαιστινιακό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μουσουλμάνων Αράβων στον ευαίσθητο χώρο της Μέσης Ανατολής και κυρίως η 11η Σεπτεμβρίου και το πρόβλημα του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Οι αντίστοιχες εκστρατείες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ ήρθαν να επιδεινώσουν τα προβλήματα μεταξύ των χωρών της Δύσης και του Ισλάμ.
Συνεπώς έχει δίκιο ο Huntington; Υφίσταται δηλαδή στις μέρες μας μια γενικευμένη σύρραξη πολιτισμικών αξιών μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού; Θα λέγαμε ότι μάλλον πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε τέτοιου είδους γενικεύσεις για δύο κυρίως λόγους:
1. Ο πρώτος είναι ότι θα πρέπει να εκτιμήσουμε τη συνεισφορά του κάθε ενός από τους μεγάλους πολιτισμούς που εκπροσωπούνται από μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες στον παγκόσμιο πολιτισμό. Μπορεί άραγε κανείς να καταλογίσει ανορθολογισμό ή μυστικοπάθεια στο Ισλάμ όταν είναι γνωστά τα επιτεύγματα του αραβικού πολιτισμού στα χρόνια που εμείς οι Δυτικοί ορίζουμε ως μεσαίωνα; Δύο παραδείγματα: η ανακάλυψη των αριθμών αλλά και η επινόηση της έννοιας του μηδενός στα μαθηματικά αποτελούν επίτευγμα της αραβικής επιστημονικής σκέψης, ενώ είναι γνωστό πως η μεγάλη πλειοψηφία των έργων της αρχαιοελληνικής γραμματείας θα μας ήταν άγνωστη εάν δεν μεταφραζόταν στην αραβική γλώσσα.
2. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι πολλές φορές πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας την Ιστορία και τις διαφοροποιήσεις που αυτή προκαλεί: για παράδειγμα θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει αφελέστατα: είναι το Ισλάμ ενιαίο και αδιαίρετο; Είναι το ίδιο το Ισλάμ των σουνιτών Αράβων με αυτό των σιϊτών Περσών; Είναι το ίδιο το Ισλάμ της «κοσμικής» κεμαλικής Τουρκίας με αυτό της Σαουδικής Αραβίας; Ή ακόμη είναι σήμερα ίδιο το Ισλάμ με αυτό που εξάπλωσε ο Μωάμεθ και διάδοχοί του χαλίφες κατά τον 7ο αιώνα μετά Χριστόν; Ακόμη περισσότερο: εάν κανείς διέκρινε «βαρβαρότητα» και «αγριότητα» στην εξάπλωση του Ισλάμ μέσω του ιερού πολέμου (τζιχάντ), δεν θα έπρεπε επίσης να το κάνει για τις οκτώ Σταυροφορίες που εξαπέλυσε η Δύση εναντίον του Ισλάμ και θύμα τους όπως γνωρίζουμε ήταν και η ίδια η Κωνσταντινούπολη με την άλωσή της στα χέρια των Φράγκων το 1204;
Όλα αυτά τα ρητορικά ερωτήματα γίνονται για να κατανοήσουμε ότι ένα τόσο πολύπλοκο πολιτισμικό ζήτημα όσο η θρησκεία και κυρίως το Ισλάμ δεν μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί εάν δεν ενταχθεί στο κατάλληλο ιστορικό πλαίσιο και δεν διακρίνουμε τα σημαντικά διακυβεύματα κάθε εποχής. Η αλληλοκατανόηση και ο σεβασμός της θρησκευτικής διαφοράς είναι για αυτό το λόγο η εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση σε μια τέτοια διαδικασία. Και η γνώση μιας εποχής όπως η Βυζαντινή όπου οι δύο αυτές θρησκείες, Χριστιανισμός και Ισλάμ, συναντήθηκαν, συγκρούστηκαν αλλά εν τέλει συμβίωσαν αρμονικά είναι απαραίτητη για κάτι τέτοιο.
* Ο κ. Δημήτρης Σταματόπουλος γεννήθηκε στην Τερπνή Σερρών το 1969. Είναι απόφοιτος (1991) και διδάκτορας (1998) του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2001 διετέλεσε υπότροφος (visiting fellow) του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Princeton (Η.Π.Α.). Το 2003 εξελέγη στη θέση του Λέκτορα Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη). Το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 έλαβε ερευνητική υποτροφία του Βουλγαρικού Κράτους για τη διεκπεραίωση έρευνας στα αρχεία των πόλεων Σόφιας και Μεγάλου Τυρνόβου (Veliko Tarnovo) στα πλαίσια του προγράμματος «Εκκλησία και Οικογένεια στα Βαλκάνια». Τα γενικότερα ενδιαφέροντά του αφορούν στις σχέσεις θρησκείας και πολιτικής και ιδιαίτερα το φαινόμενο της ανάδυσης της κοινωνίας των πολιτών (civil society) στο χώρο των Βαλκανίων, ιδιαίτερα κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο.



