Περισσοτερα

    Όψεις του διαλόγου της καθολικής Εκκλησίας

    Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη

    Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07

    Όψεις του διαλόγου της καθολικής Εκκλησίας με τις άλλες χριστιανικές εκκλησίες, τον ισλαμισμό και τον εβραϊσμό
    (Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2007)

    του Σεβασμιωτάτου Ιωάννη (Σπιτέρη)
    Ρωμαιοκαθολικού Αρχιεπισκόπου Κερκύρας, Καθηγητή Πανεπιστημίου Antonianum της Ρώμης

    Σε μία εποχή που κυριαρχεί η βία και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, οι μεγάλες θρησκείες καλούνται να αναρωτηθούν με ποιο τρόπο θα μπορέσουν να αντιδράσουν σ’ αυτήν την κατάσταση. Η Καθολική Εκκλησία, με τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού, προσπάθησε να θέσει τις βάσεις για έναν υγιή διάλογο με τις άλλες θρησκείες και κυρίως με τις υπόλοιπες χριστιανικές ομολογίες. Πρώτ’ απ’ όλα η Σύνοδος του Βατικανού δηλώνει ότι ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της συνείδησης και της θρησκευτικής ελευθερίας. Τις αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας, η Σύνοδος τις απαιτεί, όχι μόνον από τους άλλους για την ίδια την Καθολική Εκκλησία, αλλά και την ίδια την Καθολική Εκκλησία την υποχρεώνει να τις αναγνωρίσει και για τις άλλες θρησκείες. Τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας σχετίζονται με την ηθική αρχή της προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης και του σεβασμού για την ελευθερία του «άλλου». Με την αρμονία που εκφράζει η ελευθερία της Εκκλησίας και η θρησκευτική ελευθερία αναγνωρίζεται συνάμα το δικαίωμα όλων των ανθρώπων και όλων των κοινοτήτων να πιστεύουν και να ομολογούν τη θρησκεία τους ελεύθερα και ανεπηρέαστα. Όσο περισσότερο μάλιστα ενώνονται οι λαοί διαφόρων πολιτισμών, θρησκειών και χαρακτηριστικών, τόσο περισσότερο αυξάνει και η συνείδηση της προσωπικής ευθύνης του καθενός.

    Σ’ ότι αφορά τον Οικουμενισμό, η αποκατάσταση της ενότητας και η προαγωγή της μεταξύ όλων των χριστιανών, αποτέλεσε κυρίαρχο σκοπό της Β’ Βατικανής Συνόδου και μία από τις σημαντικότερές της επιδιώξεις. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ έγραφε: «είμαι πεπεισμένος ότι η Β’ Σύνοδος του Βατικανού υπήρξε ευλογημένος καιρός, κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι βασικές προϋποθέσεις της συμμετοχής της Καθολικής Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο» (Ut unum sint, αρ. 30). Ο ίδιος ο Πάπας επισημαίνει: «Πρόκειται πραγματικά για μία σημαντική πρόοδο γιατί είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η δράση υπέρ της ενότητας των χριστιανών απέκτησε διαστάσεις τόσο μεγάλες και επεκτάθηκε σε τόσο ευρύ κύκλο» (αρ. 41).

    Μία σημαντική δήλωση των συμμετεχόντων στη Β’ Βατικανή Σύνοδο, αφορά στις σχέσεις της Καθολικής Εκκλησίας με τις μη χριστιανικές θρησκείες, μία σχέση που βασίζεται στην άρση των προκαταλήψεων και στην αγάπη που πρέπει να διακατέχει όλες τις ανθρώπινες καρδιές. Η καθολική Εκκλησία πιστεύει ακράδαντα ότι ο Χριστός, η προσωποποίηση της ειρήνης, συμφιλίωσε διαμέσου του σταυρικού του θανάτου εθνικούς και ιουδαίους. Επιπλέον, η Εκκλησία αποδοκιμάζει με τόλμη όλους τους διωγμούς που υπέστησαν τα αδέλφια της του Ισραήλ αλλά και τους σύγχρονους διωγμούς και τη βία και τις καταπιέσεις κάθε μορφής αθώων ανθρώπων, αναγγέλλοντας το Χριστό σαν σημείο της παγκόσμιας αγάπης του Θεού και σαν πηγή κάθε χάρης.

    Ο ζωντανός, αληθινός, φιλεύσπλαχνος και παντοδύναμος Θεός που πρεσβεύουν οι μουσουλμάνοι, πλάστης και αυτός του ουρανού και της γης είναι ο Θεός στον οποίον ευγενικά υποτάσσουν τις καρδιές τους. Το Ισλάμ είναι άλλωστε μία θρησκεία, που αναγνωρίζει τον Ιησού Χριστό ως προφήτη και τιμά την μητέρα του με μία λατρεία ζηλευτή ακόμα και για τους ίδιους τους χριστιανούς. Αλλά και με τους ιουδαίους που απολαμβάνουμε μαζί τους τον ίδιον εκείνο Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, μας ενώνουν πολύ περισσότερα από αυτά που αδίκως μας κράτησαν σε απόσταση στο διάβα των αιώνων.

    Με σκοπό τη συνέχιση και την προαγωγή του Διαλόγου με τις χριστιανικές αλλά και με την μουσουλμανική και την εβραϊκή θρησκεία, η Αγία Έδρα απεφάσισε την ίδρυση τριών επιτροπών για την προαγωγή αυτής του διαχριστιανικού και διαθρησκευτικού διαλόγου. Και πιο συγκεκριμένα, με την ίδρυση του Ποντιφικού Συμβουλίου για την προαγωγή της ενότητας των χριστιανών, του Ποντιφικού Συμβουλίου «Δικαιοσύνη και Ειρήνη» και του Ποντιφικού Συμβουλίου για το διαθρησκευτικό διάλογο τα οποία συνεργάζονται με τα διάφορα θρησκευτικά κέντρα των διαφόρων θρησκειών και ομολογιών εύρυθμα και ακατάπαυστα. Χαρακτηριστικό αυτής της συνεργασίας, υπήρξε η διαθρησκευτική συνάντηση το 1984 στην Ασίζη με πρωτοβουλία του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β’, όταν φωτισμένοι πνευματικοί ταγοί από όλους τους θρησκευτικούς χώρους, διατράνωσαν την επιθυμία και την προσευχή τους για την άρση της αντιπαράθεσης των πολιτισμών και για την δημιουργία μίας γέφυρας για την προσέγγιση δύσης και ανατολής, με σκοπό να εμπνεύσει τους πιστούς όλων των χώρων για μία ειρηνική συνύπαρξη και για την ανάπτυξη των στεγανών εκείνων που θα οδηγήσουν σε πνευματική ανάπτυξη και συνεργασία.

    ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
    Ο Αρχιεπίσκοπος π. Ιωάννης Σπιτέρης γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 27 Αυγούστου 1940. Γόνος πολυμελούς χριστιανικής οικογενείας θα αφιερωθεί στην Μονή των Φραγκισκανών Μοναχών και στις 10 Δεκεμβρίου 1963 θα δώσει τους πρώτους όρκους πενίας κατατασσόμενος στο Δοκίμιο του Τάγματος των Π.Π. Καπουκίνων της Επαρχίας του Παλέρμο. Στις 24 Ιουλίου 1968 ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας Σεβ. Αντώνιος Βαρθαλίτης θα τον χρίσει με το υψηλό μυστήριο της Ιεροσύνης, αναθέτοντάς του μία μεγάλη αποστολή στον χώρο της ελληνικής καθολικής Εκκλησίας. Ακολούθως θα συνεχίσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Θεολογία και θα αποκτήσει Διδακτορικό Δίπλωμα με θέμα την ανατολική Ορθόδοξη Θεολογία στο Φριβούργο της Ελβετίας και στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Bossey με καθηγητή τον Νικόλαο Νησιώτη. Στη συνέχεια θα οριστεί Σύμβουλος στην Επιτροπή για τις Ανατολικές Εκκλησίες και Τακτικό Μέλος της Ποντιφικής Ακαδημίας της Θεολογίας. Έχει συγγράψει δεκάδες βιβλίων και μελετών, οι οποίες έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ έχει χρηματίσει Σύμβουλος στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή προετοιμασίας του Μεγάλου Ιωβηλαίου του 2000. Έχει διδάξει ανατολική πνευματικότητα στο Αντωνιανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης, Βυζαντινή και Ελληνική σύγχρονη Θεολογία στη Θεολογική Σχολή του Pontificio Orientale στη Ρώμη, συστηματική Ορθόδοξη Θεολογία στη Pontificia Universita Lateranense στην ίδια πόλη και Οικουμενική Εκκλησιολογία στο Οικουμενικό Ινστιτούτο Θεολογίας San Bernardino στη Βενετία. Στις 23 Μαρτίου 2003 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ τον ονόμασε Αρχιεπίσκοπο Κερκύρας, Κεφαλληνίας-Ζακύνθου και Τοποτηρητή του Αποστολικού Βικαριάτου Θεσσαλονίκης και η ενθρόνισή του θα γίνει στην έδρα του στην Κέρκυρα στις 18 Μαΐου του ιδίου έτους. Είναι τακτικό μέλος της Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος την οποία εκπροσωπεί σε διάφορες διεθνείς επιτροπές, αλλά και της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής για την επανέναρξη του Διαλόγου μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών.

    Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλουhttp://dev.acadimia.org
    Ανοιχτό εργαστήρι σκέψης και διαλόγου της Εκκλησίας με τη διανόηση και την κοινωνία.

    Μπορεί να σας ενδιαφέρουν

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου: «Ταυτότητες υπό αμφισβήτηση. Ζητήματα για την...

    Πραγματοποίηση Διεθνούς Συνεδρίου ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΥΠΟ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣ...

    2o Διεθνές Συμπόσιο Ψαλτριών – 2ο Φεστιβάλ Γυναικείων Χορών

    2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΨΑΛΤΡΙΩΝ «ΓΥΝΑIΚΕΣ ΚΑΙ ΨΑΛΤΙΚH ΤEΧΝΗ» 2o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΟΡΩΝ «Η ΑΓΙΑ ΚΑΙΚ...

    Σχετικά άρθρα

    Advertismentspot_img

    Τελευταία άρθρα

    Γραφτείτε στο Newsletter μας!

    Αν θέλετε να ενημερώνεστε για τα συνέδρια, τις εκδηλώσεις, τις διαδικτυακές διαλέξεις και τις νέες εκδόσεις της Ακαδημίας κάνετε εγγραφή στο Newsletter μας