του Θάνου Λίποβατς, Καθηγητή Πολιτικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2001
Από την άλλη, οι αρνητικές πλευρές της νεωτερικότητας εμφανίσθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες ιδιαίτερα μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης “μετανεωτερικότητας”, και συνυπάρχουν συγκρουσιακά με τα ανωτέρω περιγραφέντα χαρακτηριστικά της. Η μετανεωτερικότητα αμφισβητεί ολικά την σταθερότητα των μέχρι τούδε ισχυουσών συλλογικών και ατομικών ταυτοτήτων και αξιών, πράγμα που αυξάνει την ψυχική και κοινωνική ανασφάλεια των υποκειμένων. Πολλά άτομα ζούν διχασμένα με πολλαπλές ταυτότητες, που ευνοούν την αστάθεια και την συγκρουσιακότητα των διϋποκειμενικών δεσμών και των συλλογικών σχέσεων. Ετσι ο άκρατος εγω-κεντρισμός, ο νέο-φιλελευθερισμός, η διαστροφικότητα πολλών προσωπικών σχέσεων, η επιτρεπτικότητα, συγκροτούν μια έντονα ναρκισσιστική κουλτούρα, που υποθάλπει τάσεις μηδενισμού, την τρομοκρατία, τον φονταμενταλισμό, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, κτλ.
Οι χριστιανικές εκκλησίες βρίσκονται σήμερα σε δύσκολη θέση: εδώ και δεκαετίες περνούν μια κρίση αξιοπιστίας, και μόνο σε περιορισμένο βαθμό ορισμένες προχώρησαν σε μια μερική αυτοκριτική τους και σε έναν οικουμενικό διάλογο ανάμεσα τους. Από την άλλη, οι αντιφάσεις της νεωτερικότητας οδήγησαν στην επανεμφάνιση του θρησκευτικού φαινομένου, έτσι ώστε η εκκοσμίκευση δεν εκλαμβάνεται πλέον σήμερα ως μια μονόδρομη εξέλιξη και μια τάση εξαφάνισης της θρησκείας. Ωστόσο η επαναφορά της θρησκευτικότητας σήμερα συνδέεται με μια πρόκληση: πρόκειται για τη διάδοση μιας συγκεχυμένης θρησκευτικότητας, ενός συγκρητικού νεοπαγανισμού, μιας νέας Γνώσης και ενός διάχυτου μυστικισμού, που απορρίπτουν τόσο τον χριστιανισμό, όσο και τον ορθό Λόγο. Όμως όσο οι τρείς μεγάλες εκκλησίες δεν κατανοήσουν ότι ο χριστιανισμός ως μήνυμα δεν ταυτίζεται ολικά με καμμία από αυτές, και ότι όλες είναι υποχρεωμένες ν’ απαντούν ξανά και ξανά δημιουργικά στις προκλήσεις της ιστορίας, δεν πρόκειται να ξανακερδίσουν την χαμένη αξιοπιστία τους. Δηλ. πρέπει να δεχθούν το πλαίσιο της νεωτερικότητας και της εκκοσμίκευσης ως κάτι το αμφίρροπο μεν αλλά θετικό, και να μην εγκαταλείψουν τον κόσμο στην τύχη του, παραμένοντας προσκολλημένες σ’έναν στείρο δογματισμό και στην φετιχοποίηση της παράδοσης.
Η ψυχαναλυτική, φροϋδική μέθοδος, διαφορετικά από την μυστικιστική, γνωστικιστική, γιουγκιανή ψυχολογία, συνεισφέρει στην βαθύτερη κατανόηση του κεντρικού μηνύματος του χριστιανισμού, που συχνά επικαλύπτεται από τον νεοπλατωνικό ιδεαλισμό, τηνοντολογία, τον μυστικιστικό ησυχασμό ή τον βολονταριστικό ακτιβισμό. Η ανάλυση λόγου από την οποία ξεκινάει η ψυχανάλυση, οδηγεί στην ειδωλοκλαστική αποδόμηση και τον εντοπισμό των ατομικών και συλλογικών απωθημένων επιθυμιών, αγχών και φαντασιώσεων. Οι τελευταίες καλύπτονται πίσω από τις αγχώδεις μορφές ναρκισσισμού και αμυντικών μηχανισμών των υποκειμένων: ο φονταμενταλισμός υποδηλώνει το μίσος ενάντια στον Θεό, που προβάλλεται ασυνείδητα επάνω στον “εχθρικό άλλο”. Επίσης ο δογματισμός και η απόρριψη της ανοιχτής, κριτικής ανάγνωσης των Γραφών, υποδηλώνει το ασυνείδητο ψυχαναγκαστικό άγχος απέναντι στο συγκλονιστικό νόημα τους, που δεν είναι πάντα σίγουρο και μονοδιάστατο, ενώ ο ησυχαστικός υποκειμενισμός υποδηλώνει ασυνείδητα τον φόβο και την εγκατάλειψη των εγκοσμίων, καθώς και την ανοχή του κακού μέσα στον κόσμο.
Η κυριότερη ψυχαναλυτική διαπίστωση είναι ωστόσο η εξής: ο άνθρωπος δεν είναι ωραίος, καλός εξ ολοκλήρου (ούτε δημιούργημα ενός “κακού” θεού), αλλά δομικά διχασμένος και υποφέρει, και καμμία μυστική έκσταση δεν μπορεί να διαγράψει τον διχασμό και το κακό από την ιστορία. Οι χριστιανοί ωστόσο εγκαλούνται να δεχθούν χωρίς αυταπάτες αυτό τον διχασμό ως δεδομένο και να μετουσιώνουν την πίστη τους στο Χριστό ενδοκόσμια και με συνέπεια σε μια ενεργό καλή θέληση και σε πράξη δικαιοσύνης και αλλαγής του κόσμου, υπό την προϋπόθεση της εσχατολογικής επιφύλαξης. Αυτό γιατί κανένα ανθρώπινο έργο δεν πρόκειται να φέρει από μόνο του το Βασίλειο του Θεού στη γή, όμως η έλευση του απαιτεί τα έργα, ως απόρροια της πίστης. Αλλά καμμία προσκόλληση στην ουτοπία μιας τέλειας κοινωνίας, ή μιας αλάθητης εκκλησίας, δεν πρόκειται ποτέ να εξαφανίσει την έλλειψη και την διχασμένη θέληση. Ωστόσο τα υποκείμενα, αντί να περιμένουν μόνον παθητικά ένα θαύμα, εγκαλούνται να ενεργοποιούνται συνεχώς, προετοιμάζοντας την έλευση του Βασιλείου μέσω της καλής θέλησης και του ορθού Λόγου.
Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν ορισμένες συνέπειες: καμμία εξιδανίκευση της χριστιανικής κοινότητας, της εθνικής κοινότητας, του προσώπου, της παράδοσης, κτλ. δεν είναι επιθυμητή. Κάθε εξιδανίκευση και διαγραφή της ατέλειας και της έλλειψης από τα ανθρώπινα πράγματα ψεύδεται και οδηγεί σε αυταπάτες. Γι αυτό η Ιστορία των ανθρώπων στην καθολικότητα της αποκτάει σημασία, όμως όχι ως εγελειανή τελεολογία, ούτε ως αποκαλυπτική φαντασμαγορία. Η ιστορία δεν αποτελεί ούτε μια συνεχή πρόοδο, ούτε μια συνεχή κατάπτωση, υπάρχει πάντα το αστάθμητο, η ανοιχτότητα του χρόνου, η εσχατολογική ελπίδα. Κάθε άποψη ότι ο Χριστός “αυτόματα” κατήργησε την χρονικότητα του κόσμου με όλη την αρνητικότητα που αυτή ενέχει, σημαίνει μια παραγνώριση του πραγματικού μηνύματος του Εσταυρωμένου και Αναστημένου: ότι ο κάθε χριστιανός εγκαλείται ατομικά και συλλογικά να επαναλαμβάνει την εμπειρία της οδύνης και της απελευθέρωσης του. Το τέλος της Ιστορίας δεν μπορεί μεν να προσυλληφθεί, αλλά απαιτεί την αναγκαία εμπειρία της πίστης εδώ και τώρα. Ο “ερχόμενος χρόνος” έχει τότε ως στόχο τη διατήρηση και αναμετάδοση του μηνύματος αγάπης και δικαιοσύνης στα λόγια και στην πράξη.



