του πρωτοπρ. Εμμανουήλ Κλάψη, Κοσμήτορος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη (Η.Π.Α.)
Σάββατο 13-03-2004
Ο Απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή (Γαλ. 3:26-28) μας θυμίζει πως το να είναι κανείς χριστιανός δεν σημαίνει ότι αρνείται την ετερότητά του, την εθνική, κοινωνική, φυλετική του ταυτότητα, αλλά πάντοτε θυμάται, πως μέσα στην εκκλησία όλες οι συλλογικότητες βρίσκονται σε κοινωνία σαν αποτέλεσμα της πίστης και ταύτισης διά του βαπτίσματος με το Χριστό.
Οι πιστοί, αναγνωρίζοντας τον πρόσκαιρο και τον μεταβατικό χαρακτήρα της ιστορίας, δεν θα πρέπει να επιδιώκουν να ταυτίσουν μια συγκεκριμένη έκφραση συλλογικότητας, μοίρασμα πολιτικής δύναμης και γενικά κοινωνικών αγαθών, με τη Βασιλεία του Θεού, το ζωτικό χώρο που η Εκκλησία όχι μόνο κατανοεί, αλλά βιώνει και μετέχει στην αλήθεια που συνιστά το είναι της.
Επειδή ο δημόσιος χώρος μιας δημοκρατικής πλουραλιστικής κοινωνίας απαιτεί διάλογο και ανταλλαγή ιδεών μ’ αυτούς που είναι διαφορετικοί, ο άνθρωπος της Εκκλησίας επιδιώκει να κατανοήσει τις πρακτικές επιπτώσεις της πίστεώς του μέσα στα διαλογικά πλαίσια της κοινωνίας. Η δυναμικότητα του διαλόγου που βασίζεται στο βίωμα και τη μαρτυρία της αλήθειας, μπορεί να ενδυναμώσει και την ορθόδοξη παρουσία στο σύγχρονο κόσμο. Ο διάλογος δεν έχει σαν αποκλειστικό σκοπό τη συμφωνία, αλλά τη διατήρηση της κοινωνίας, ακόμη και όταν υπάρχουν ανυπέρβλητες διαφωνίες.
Οι άνθρωποι της Εκκλησίας εισέρχονται στο δημόσιο χώρο όχι με ένα συγκεκριμένο και θεϊκά επικυρωμένο πρόγραμμα πολιτικής, αλλά με το όραμα της νέας κτίσης, όπως βιώνεται στη λειτουργική ζωή και πραγματώνεται στην ιστορία με σταυρική θυσία και τη δύναμη του Θεού που σέβεται την ελευθερία του άλλου. Πώς αυτό το όραμα του νέου κόσμου ενσαρκώνεται σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές παραμένει πάντοτε ένας άθλος γεμάτος προσδοκίες και απογοητεύσεις, αλλά και βεβαιότητα ότι το ʼγιο Πνεύμα εργάζεται μέσα στα πλαίσια της ιστορίας για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού.
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η πολιτική ζωή μιας πλουραλιστικής κοινωνίας δεν διαμορφώνεται κατά τρόπο απόλυτο και αποκλειστικό από τις επιλογές και το όραμα της Εκκλησίας. Η παρέμβαση της Εκκλησίας στο δημόσιο βίο δεν εξυπηρετεί “τα συμφέροντα του εκκλησιαστικού θεσμού”, αλλά υπενθυμίζει στον πολιτικό βίο, και πάντοτε μέσα στα πλαίσια του διαλόγου, τις αρχές εκείνες του δημοκρατικού πολιτεύματος που αντανακλούν τον τρόπο υπάρξεως και κοινωνίας της βασιλείας του Θεού.
Ο Τριαδικός Θεός που λατρεύουμε είναι Θεός της ετερότητας και της κοινωνίας, υπερβατικό μυστήριο λυτρωτικής και σταυρωμένης αγάπης που προσφέρεται για να ζήσει ο κόσμος. Το ʼγιο Πνεύμα στην απόλυτη ελευθερία του και στην αδιάκοπη σωστική παρουσία του στον κόσμο μπορεί να μας ξαφνιάζει με το έργο του: “Το Πνεύμα όπου θέλει πνει και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει ” (Ιω. 3:8). Μέσα σ’ αυτά τα αγιοπνευματικά πλαίσια δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε το γεγονός πως η παρουσία των άλλων στο δικό μας ζωτικό κοινωνικό χώρο και η επικοινωνία μας μ’ αυτούς μπορεί να είναι θεϊκή πρόκληση για μια καλύτερη κατανόηση και βίωμα της πίστης μας.
Η θετική αξία της ετερότητας διαφορετικών πολιτισμών μπορεί θεολογικά να εδραιωθεί στην Πρόνοια του Θεού και να μην θεωρηθεί απλά ένα ιστορικό ατύχημα ή αναγκαιότητα. Η ορθόδοξη Εκκλησία βασισμένη στη θεολογική της παράδοση, αλλά και στην κριτική των κοινωνικών επιστημών, θα πρέπει να σηματοδοτήσει τα ελλείμματα της διαδικαστικής δημοκρατίας, που βασισμένη στο δυτικό φιλελευθερισμό αγνοεί την ετερότητα ως συστατικό της προσωπικής και ομαδικής ταυτότητας των πολιτών. Ίσως μπορέσει να εμπνεύσει μια συμμετοχική και κοινοτιστική δημοκρατία χωρίς αποκλεισμό της ανυπέρβλητης ετερότητας. Μ’ άλλα λόγια μπορούμε ν’ αναπτύξουμε τη δική μας Ορθόδοξη Νεωτερικότητα, που αποδέχεται τον πλουραλισμό και την ετερότητα των άλλων, χωρίς να συμβιβάζουμε ή να εγκαταλείπουμε την ορθόδοξη ετερότητα.



