Ορθοδοξία και Ισλάμ. Το Ισλάμ στην Ευρώπη
Ακαδημαϊκό Έτος 2006-07
Το θεολογικό πλαίσιο του διαθρησκειακού διαλόγου
(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2007)
Πέτρος Βασιλειάδης
O Aμερικανός φιλόσοφος της επιστήμης Thomas Kuhn ανέπτυξε τη θεωρία περί «αλλαγής παραδείγματος» (paradigm shift), σύμφωνα με την οποία η πορεία της επιστήμης δεν ακολουθεί σταδιακή εξελικτική πορεία, αλλά ριζικές επαναστατικές αλλαγές που καταργούν πλήρως τις μέχρι πρότινος υπάρχουσες θεωρίες και επιστημονικές απόψεις. Η αποδοχή και αναγκαιότητα του διαθρησκειακού διαλόγου στη χριστιανική ιεραποστολή είναι καρπός μιας τέτοιας «αλλαγής παραδείγματος».
Οι απαρχές της νεώτερης χριστιανικής ιεραποστολής σε παγκόσμιο επίπεδο ανάγονται στις απαρχές της νεωτερικότητας. Η σταδιακή επικράτηση της εκκοσμίκευσης κυρίως στον ευρωπαϊκό χώρο και η αναγκαστική εξώθηση της θρησκείας στην ιδιωτική σφαίρα, ανάγκασε τους συνειδητούς χριστιανούς να πορευτούν εκ νέου στα έθνη, όπως ακριβώς έκανε η Πρώτη Εκκλησία μετά την οριστική ρήξη της με τη Συναγωγή.
Καθ’ όλη σχεδόν την περίοδο της νεωτερικότητας, και κυρίως κατά την πρώτη φάση της, η παγκόσμια χριστιανική ιεραποστολή προσπάθησε ουσιαστικά να ανασυστήσει την παλαιά στατική αντίληψη ενός χριστιανικού κόσμου, μιας χριστιανικής τάξεως, υποδαυλίζοντας σε πολλές περιπτώσεις τη θεσμική αντίθεση Εκκλησίας και κόσμου.
Η διάψευση της προσδοκίας εξάλειψης των αρχαίων προ- και μη-χριστιανικών θρησκειών, και συνεπώς και της δυνατότητας εκχριστιανισμού της οικουμένης, οδήγησε τη χριστιανική θεολογία σε μια νέα κατανόηση της μαρτυρίας της Εκκλησίας. Η κοινωνική αλλαγή -με άλλα λόγια τα ιδανικά της νεωτερικότητας- έπαψε να θεωρείται ως ρήξη ή επανάσταση εναντίον της θεϊκής τάξεως, και άρχισε να εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της δράσεως του Θεού. Ο ίδιος ο Θεός άρχισε σταδιακά να αναγνωρίζεται ως ο δημιουργός της ιστορικής αλλαγής. Στην εξέλιξη αυτή κομβικό σημείο αποτελεί η αναγνώριση της παγκόσμιας σημασίας του γεγονότος Χριστός, στη θέση βέβαια της θεσμικής έκφρασης του πανίσχυρου τότε δυτικού χριστιανισμού. Στη φάση αυτή το παλαιό παράδειγμα της θεοκρατικής παγκοσμιότητας έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, εκείνο της χριστοκεντρικής παγκοσμιότητας.
Η ιεραποστολή δεν είναι πλέον υπόθεση μόνον των μεμονωμένων χριστιανών (missio christianorum), αλλά ευθύνη της Εκκλησίας στο σύνολό της (missio ecclesiae). Πιο σημαντική, όμως, λίγο αργότερα ήταν η αναγνώριση του γεγονότος ότι το πραγματικό υποκείμενο της ιεραποστολής δεν είναι ούτε η Εκκλησία, αλλά ο ίδιος ο Θεός (missio Dei), αντίληψη, όμως, που αρχικά ο δυτικός χριστιανισμός περιόριζε στην αποστολή του Χριστού (missio Christi).
Πολύ σύντομα, εν τούτοις, έγινε αντιληπτό ότι η χριστοκεντρική παγκοσμιότητα, συνέβαλε στο να μετατραπεί με λανθάνοντα τρόπο ο υγιής χριστοκεντρισμός σε προβληματικό χριστομονισμό. Σ΄ αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο για το μέλλον της παγκόσμιας ιεραποστολής έκανε αισθητή την παρουσία της η Ορθόδοξη θεολογία, σημαντικότερη συμβολή της οποίας υπήρξε η επανανακάλυψη της τριαδικής θεολογίας, και ειδικότερα της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος». «Η δυναμική συνάντηση», ομολογεί κορυφαίος θεολόγος της Δύσεως, «με τις ορθόδοξες παραδόσεις στο πεδίο της θεολογίας και της πνευματικότητας, μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε τη βαθιά ριζωμένη πνευματολογική λήθη (Walter Kasper) στο Δυτικό Χριστιανισμό, τόσο στην Καθολική όσο και στην Προτεσταντική μορφή του».
Με τη συνδρομή της Ορθόδοξης θεολογίας έγινε κατανοητό ότι αυτή καθαυτή η υπόσταση της θεότητας είναι πρωταρχικά ζωή κοινωνίας, και ότι η επέμβαση του Θεού στην ιστορία στοχεύει στο να οδηγήσει την ανθρωπότητα, αλλά και ολόκληρη τη δημιουργία, σ’ αυτή την κοινωνία με την ίδια την ύπαρξη του Θεού.
Οι ιεραποστολικοί όροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται πλέον είναι μαρτυρία και δια-θρησκειακός διάλογος. Θεολογικά πλέον, αλλά και πρακτικά, οι πιστοί των άλλων θρησκειών δεν είναι αντικείμενα της χριστιανικής ιεραποστολής, αλλά εταίροι στο διάλογο, με στόχο συνεργικά την εδραίωση, έστω και προληπτικά, της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο.
H συμμετοχή της Oρθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο δεν αποτελεί ιστορική ή άλλης φύσεως αναγκαιότητα. Eίναι συνέπεια των βασικών αρχών της χριστιανικής πίστεως. Στο Mήνυμα των προκαθημένων των Oρθοδόξων Eκκλησιών τονίζεται ότι: “εκ πνεύματος καταλλαγής κινουμένη η Oρθόδοξος Eκκλησία μετέχει ενεργώς από πολλών ήδη δεκαετιών εις την προσπάθειαν προς αποκατάστασιν της χριστιανικής ενότητος, ήτις και αποτελεί ρητήν και απαράβατον επιταγήν του Kυρίου (Iω. 17:21)”.
H οικουμενική ευθύνη, όμως, της Oρθοδοξίας δεν απορρέει μόνον από αυτή τη ρητή και απαράβατη κυριακή επιταγή «ΙΝΑ ΠΑΝΤΕΣ ΕΝ ΩΣΙΝ» (Iω. 17:21), αλλά και από την ακράδαντη πεποίθησή της, ότι υπέρτατος στόχος της Θείας Oικονομίας είναι η ενότητα των πάντων (πρβλ. “΄ινα η ο θεος τα πάντα εν πάσιν”, A΄ Kορ. 15:28) και η εν Xριστώ ανακεφαλαίωση σύνολης της κτιστής δημιουργίας (πρβλ. Eφ. 1:10, Kολ. 3:11 κ.α.).
Ο όρος «οικουμένη», όμως, αναφέρεται σε ολόκληρη τη κατοικημένη γη, και ασφαλώς εξετάζει την πολλαπλότητα του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της θρησκευτικής πολλαπλότητάς του. Σήμερα πολλοί υποστηρίζουν την άποψη ότι ο όρος «οικουμενικός διάλογος» πρέπει να αναφέρεται και στην κίνηση που επιδιώκει να συμφιλιώσει τις θρησκευτικές παραδόσεις όλου του κόσμου.
Μερικοί όμως χριστιανοί θεωρούν αυτή την εξέλιξη ως απειλή, και αποφεύγουν τη χρήση της λέξης «οικουμενικός διάλογος» όταν αναφέρονται στο διαθρησκειακό διάλογο. Η αποδοχή, άλλωστε, του διαθρησκειακού διαλόγου συναντάει μέχρι και σήμερα τεράστιες αντιδράσεις.
Η πρώτη ανησυχία προέρχεται από εκείνους που φοβούνται ότι μια έμφαση στον διαθρησκειακό διάλογο θα αντικαθιστούσε τελικά, την αναγκαιότητα του διαχριστιανικού οικουμενικού διαλόγου.
Είναι πράγματι αληθές, ότι ο οικουμενικός διάλογος χρειάζεται φρεσκάδα, ανανέωση και νέες καινοτόμες πρωτοβουλίες. Παρόλα αυτά, η αναγκαιότητα στα πλαίσια της χριστιανικής ιεραποστολής και του διαθρησκειακού διαλόγου δεν είναι μια εναλλακτική λύση στον ενδο-χριστιανικό οικουμενικό διάλογο. Ο ευρύτερος διαθρησκειακός διάλογος δεν αντικαθιστά το διαχριστιανικό οικουμενικό διάλογο, αλλά προσδίδει σ’ αυτόν ένα νέο ζωτικό πλαίσιο. Πολλοί χριστιανοί σήμερα συμμετέχουν στον οικουμενικό διάλογο και στα δύο αυτά επίπεδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πιστότητα στον ένα σημαίνει προδοσία του άλλου.
Ο δεύτερος φόβος προέρχεται από το συναίσθημα ότι ο διαθρησκειακός διάλογος αποτελεί μια σιωπηρή αποδοχή ότι «όλες οι θρησκείες είναι οι ίδιες», και ότι «δεν πειράζει εάν κάποιος είναι χριστιανικός, Εβραίος, ινδουιστής, βουδιστής ή μουσουλμάνος. Πολλοί βλέπουν ότι η πρόσκληση στον διαθρησκειακό διάλογο υπονομεύει την καθολικότητα και την αλήθεια της Εκκλησίας.
Ο πραγματικός διαθρησκειακός διάλογος δεν είναι απλά ένας ακαδημαϊκός διάλογος (inter-religious dialogue), αλλά διάλογος και επικοινωνία με τους πιστούς των άλλων ζωντανών θρησκευμάτων (inter-faith dialogue). Εκείνοι που υποστηρίζουν (κυρίως επί τη βάσει της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος») το διαθρησκειακό διάλογο επιμένουν ότι ο αμοιβαίος σεβασμός, η οικοδόμηση αμοιβαίων σχέσεων, και η προώθηση μιας ενημερωμένης κατανόησης των άλλων δεν οδηγεί άκριτα στην άποψη ότι όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο πράγμα. Ο διαθρησκειακός διάλογος δεν αποβλέπει στη δημιουργία μια παγκόσμιας θρησκείας, ούτε αποτελεί προσπάθεια να υπονομευθεί η ιδιομορφία των θρησκειών. Μάλλον είναι μια προσπάθεια προώθησης της συνεργασίας με απώτερο στόχο να διακονηθεί η ενότητα σε έναν κόσμο που κατακερματίζεται από διαιρέσεις και διαφωνίες.
Τέλος, η τρίτη περίπτωση αντιδράσεων προέρχεται από εκείνους που ασχολούνται με την παραδοσιακή ιεραποστολή της εκκλησίας. Η κλασσική έννοια της χριστιανικής ιεραποστολής ήταν βασισμένη στη διαίρεση του κόσμου σε «σωσμένους» και σε «εκείνους που έχουν ανάγκη σωτηρίας» Υπονοείται σε αυτό το όραμα η πεποίθηση ότι οι άλλες θρησκευτικές παραδόσεις δεν αποτελούν ασφαλή μονοπάτια για τη σωτηρία, και ότι όλες έχουν ανάγκη να ακουστεί το ευαγγέλιο σ’ αυτές, και να ανταποκριθούν στην πρόκληση να γίνουν και αυτές μέλη της «σωσμένης χριστιανικής κοινότητας». Ο διαθρησκειακός διάλογος, υποστηρίζουν όλοι αυτοί οι συντηρητικοί και ως επί το πλείστον φοβικοί τύποι, αποτελεί απειλή γι’ αυτήν την ιεραποστολική υποχρέωση.
Ευτυχώς οι περισσότερες από τις εκκλησίες έχουν βαθμιαία απομακρυνθεί από αυτήν την κατανόηση της ιεραποστολής. Σήμερα θεωρούμε την ιεραποστολή πρώτιστα ως καταλλαγή και θεραπεία του κατακερματισμένου κόσμου, κηρύσσοντας την ευσπλαχνία, την αγάπη και τη συγχώρεση του Θεού για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις όποιες ετικέτες τους, και εκδηλώνοντας την αλληλεγγύη σε εκείνους που είναι φτωχοί, καταπιεσμένοι, περιθωριοποιημένοι, ευάλωτοι στις ισχυρές οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις της εποχής μας. Η διακήρυξή μας ότι ο Θεός είναι δημιουργός όλης της ζωής, ότι την συντηρεί, και επιδιώκει την εκπλήρωσή της, απαιτεί να συνεργαζόμαστε με το Θεό και με όλους και όλες όσοι επιδιώκουν να οικοδομήσουν τη Βασιλεία του Θεού σε έναν κατακερματισμένο κόσμο. Και ο διαθρησκειακός διάλογος είναι ακριβώς τμήμα αυτής της διαδικασίας.
Στην πραγματικότητα, ο καθένας που έχει μια ρεαλιστική αξιολόγηση του κόσμου που ζούμε θα έβλεπε ως επείγουσα την ανάγκη ενός ευρύτερου οικουμενικού διαλόγου των θρησκευτικών παραδόσεων. Ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι οι θρησκευτικές παραδόσεις έχουν συμβάλει στον κατακερματισμό του κόσμου. Συχνά η ιστορία των σχέσεών τους έχει χαρακτηριστεί από ανταγωνισμό, αμοιβαίο αποκλεισμό, συγκρούσεις και ολοκληρωτικούς πολέμους. Παρά την πολυπλοκότητα αυτού που καλείται θρησκεία, η συχνή κατάχρηση του θρησκευτικού συναισθήματος και της ζέσης από τις πολιτικές δυνάμεις πρέπει να μας φρονηματίσει, αφού πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι ακόμη και σήμερα οι θρησκείες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη βία και τις συγκρούσεις στον κόσμο. Εν πάση περιπτώσει, οι διάφορες θρησκείες συνεχίζουν να προβάλουν αξιώσεις αποκλειστικότητας στη σωτηρία που στην πραγματικότητα, ακυρώνουν άλλους τρόπους ύπαρξης και πίστης. Είναι σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο που ο Ηans Kung διατύπωσε την αξιωματική θέση ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στον κόσμο, αν δεν υπάρξει ειρήνη μεταξύ των θρησκειών», και ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη μεταξύ των θρησκειών αν δεν υπάρχει διάλογος μεταξύ τους».
Περαιτέρω, γνωρίζουμε όλο και περισσότερο ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στον κόσμο δεν μπορούν να επιλυθούν μεμονωμένα από οποιαδήποτε θρησκευτική παράδοση. Όπως παρατηρεί ο Stanley Samartha τα περισσότερα από τα προβλήματα του κόσμου δεν είναι «χριστιανικά προβλήματα που χρειάζονται χριστιανικές απαντήσεις», αλλά ανθρώπινα προβλήματα που απαιτούν τη συνεργασία πολλών. Γνωρίζουμε επίσης όλο και περισσότερο ότι στην ποικιλομορφία τους οι θρησκευτικές παραδόσεις έχουν πολλά να συμβάλουν στον αμοιβαίο εμπλουτισμό τους. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν μια πνευματικότητα που δεν είναι σεχταριστική, αλλά ολιστική, μια πνευματικότητα που ανοίγει τις καρδιές στους άλλους και δεν δημιουργεί έχθρες για τους άλλους.
Με άλλα λόγια, επιθυμούμε έναν κόσμο στον οποίο όλες οι θρησκευτικές κοινότητες θα συνέβαλλαν στην ευημερία όλων, έναν κόσμο όπου οι θρησκείες δεν θα αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα διαίρεσης, μια ακόμα δύναμη κατακερματισμού, αλλά πηγή συμφιλίωσης και θεραπείας. Έναν κόσμο που οι θρησκείες, παρόλες τις διαφορές και παρόλη την ποικιλομορφία τους θα συνεργάζονται για τη δημιουργία μιας πανανθρώπινης οικογένειας, που επιτέλους θα ζει με ειρήνη και αρμονία. Αυτός είναι ο στόχος του διαθρησκειακού διαλόγου, και αυτό δεν μπορεί να είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα.
* Ο κ. Πέτρος Βασιλειάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Σπούδασε Θεολογία και Μαθηματικά στο A.Π.Θ., και Βιβλική Κριτική και Θεολογία στο Λονδίνο και τη Χαϊδελβέργη. Είναι καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. και διδάσκει Κ.Δ. και Διαθρησκειακό Διάλογο (Ιεραποστολική και Οικουμενικό Διάλογο). Η εξειδίκευσή του είναι στις περιοχές της Συνοπτικής Παράδοσης (Q), της Θεολογίας της Κ.Δ., (εκκλησιολογία, ευχαριστιολογία) και της Ιεραποστολικής και Οικουμενικής Θεολογίας. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: Η περί της Πηγής των Λογίων θεωρία, Αθήνα, 1977. Σταυρός και Σωτηρία, Θεσσαλονίκη, 1983. Χάρις-Κοινωνία-Διακονία, Θεσσαλονίκη, 1985. Μετάφραση της Κ.Δ. στη δημοτική (συλλογικά), 19892. Eucharist and Witness, Geneva/Boston, 1998. LOGOI IESOU. Studies in Q, Atlanta, 1999. Επίκαιρα Αγιογραφικά Θέματα. Αγία Γραφή και Ευχαριστία, Θεσσαλονίκη, 2000. Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία. Η πρόκληση της Ορθοδοξίας, Αθήνα, 2002.



